Παρασκευή, 27 Ιουνίου 2014

Πόλεμος ή Ειρήνη;


Ένα ιδιαίτερα ανησυχητικό άρθρο είδε το φως της δημοσιότητας στις 13 Ιουνίου, στους New York Times. Ένα άρθρο που ωστόσο επιβεβαιώνει το σημείο στο οποίο μπορεί να φτάσει το καπιταλιστικό σύστημα όταν αντιμετωπίζει «αδιέξοδα» και κρίση. Σύμφωνα λοιπόν με το άρθρο, που το υπογράφει ο Τάϊλερ Κόουεν, καθηγητής οικονομικών στο Πανεπιστήμιο «George Mason», η συνεχιζόμενη βραδύτητα της οικονομικής ανάπτυξης στις οικονομίες υψηλού εισοδήματος, ώθησε σε ενδοσκόπηση τους οικονομολόγους. Έκατσαν λοιπόν και έψαξαν μήπως οφείλεται στην ασθενή ζήτηση, στην αυξανόμενη ανισότητα, τον κινεζικό ανταγωνισμό, την υπερβολική ρύθμιση, τις ανεπαρκείς υποδομές και την εξάντληση των νέων τεχνολογικών ιδεών. 


Μια νέα, για τους νέους στα ζητήματα ανάλυσης του συστήματος, αλλά πλέον πασίγνωστη στους γνώστες της μαρξιστικής θεωρίας, είναι μια πρόσθετη εξήγηση της βραδείας ανάπτυξης που είναι τώρα στο επίκεντρο της προσοχής, πέραν του ατλαντικού, με ότι αυτό μπορεί να σημαίνει για την παγκόσμια ειρήνη. 

Είναι η επιμονή και η προσδοκία της ειρήνης….

Η υφήλιος λοιπόν σύμφωνα με το άρθρο δεν έζησε τα τελευταία χρόνια κάποιον «σοβαρό» πόλεμο με βάση τα ιστορικά πρότυπα που θέτουν τουλάχιστον τα Think tanks στις ΗΠΑ… 

Σύμφωνα λοιπόν με τον Κόουεν, μπορεί τα πρωτοσέλιδα για το Ιράκ και το Νότιο Σουδάν να έδιναν μια εντύπωση για έναν αιματοκυλισμένο κόσμο, ωστόσο οι ανθρώπινες απώλειες ωχριούν μπροστά στα εκατομμύρια που χάθηκαν στους δύο παγκόσμιους πολέμους κατά το πρώτο μισό του 20ου αιώνα. Ακόμα και ο πόλεμος του Βιετνάμ είχε πολύ περισσότερους νεκρούς από κάθε πρόσφατο πόλεμο στον οποίο ενεπλάκησαν ανεπτυγμένες χώρες. 

Όσο αντιφατικό κι αν ακούγεται συνεχίζει το άρθρο, όσο μεγαλύτερη είναι η γαλήνη στον κόσμο, κάνει λιγότερο επείγουσα την επίτευξη υψηλότερων ρυθμών οικονομικής ανάπτυξης και ως εκ τούτου λιγότερο πιθανή… Η άποψη αυτή βέβαια, κατά τον Κόουεν, δεν ισχυρίζεται ότι ο πόλεμος βελτιώνει τις οικονομίες, καθώς κάτι τέτοιο οδηγεί σε θάνατο και καταστροφή. 

Επίσης ο Κόουεν τονίζει ότι η άποψή του, διαφέρει από αυτή του Κέϊν, βάση της οποίας όταν οι κυβερνήσεις ετοιμάζονται για πόλεμο αυξάνουν τις δαπάνες και αυτό δημιουργεί θέσεις εργασίας. 

Αντιθέτως λέει, η προοπτική ενός πολέμου αναγκάζει τις κυβερνήσεις να εστιάσουν στην λήψη αποφάσεων ως προς το εάν θα επενδύσουν στην έρευνα και την επιστήμη ή απλά θα απελευθερώσουν τις οικονομίες τους. Κατά τον Κόουεν, αυτό καταλήγει σε βελτίωση των μακροπρόθεσμων προοπτικών ενός κράτους… 

Μπορεί να φαίνεται αποκρουστικό, να ψάχνει κανείς να βρει μια θετική πλευρά στον πόλεμο, αλλά μια ματιά στην αμερικανική ιστορία δείχνει ότι δεν μπορεί να απορρίψει κανείς την ιδέα του, τόσο εύκολα. 

Θεμελιώδεις καινοτομίες, όπως η πυρηνική ενέργεια, οι υπολογιστές και τα σύγχρονα αεροσκάφη ήταν όλα αποτελέσματα της προσπάθειας των αμερικανικών κυβερνήσεων να νικήσουν τις δυνάμεις του Άξονα ή, αργότερα, να κερδίσουν τον Ψυχρό Πόλεμο. Το Διαδίκτυο είχε αρχικά σχεδιαστεί για να βοηθήσει τις ΗΠΑ να αντέξουν μια πυρηνική αναμέτρηση και η Silicon Valley έχει τις ρίζες της σε ανάθεση στρατιωτικών προγραμμάτων  και όχι στην σημερινή επιχειρηματικότητα των social media και τις νεοσύστατες επιχειρήσεις (Start ups). Η εκτόξευση του Σοβιετικού δορυφόρου Σπούτνικ, μάλιστα ήταν αυτή που κέντρισε το αμερικανικό ενδιαφέρον για την επιστήμη και την τεχνολογία και ωφελήθηκε η οικονομική ανάπτυξη αργότερα. 

Ο πόλεμος, σύμφωνα με τον αρθρογράφο, δημιουργεί μια επείγουσα ανάγκη, που κάτω από άλλες συνθήκες οι κυβερνήσεις δεν θα μπορούσαν πιέσουν και να επιταχύνουν σχέδια και αποφάσεις. Για παράδειγμα, το Σχέδιο Μανχάταν πήρε έξι χρόνια για να παράγουν μία λειτουργική ατομική βόμβα, ξεκινώντας σχεδόν από το τίποτα, και στο αποκορύφωμά της έφτασε να καταναλώνει το 0,4% των πόρων της αμερικανική οικονομίας. Είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς ένα συγκριτικά γρήγορο και αποφασιστικό επίτευγμα αυτές τις μέρες. 

Σήμερα, τα αργά αναπτυσσόμενα κράτη της Δυτικής Ευρώπης έχουν σαφώς πολύ μικρό φόβο κάποιας στρατιωτικής κατάληψής τους και ως εκ τούτου οι πολιτικοί δεν αντιμετωπίζουν σοβαρές κυρώσεις για τη συνέχιση της στασιμότητας. Αντ 'αυτού, χάνοντας συχνά κάποιος πολιτικός την εξουσία παρουσιάζει αύξηση του εισοδήματός μέσα από ομιλίες και συμβουλευτικές αμοιβές ή μια άνετη συνταξιοδότηση σε ένα ευχάριστο μέρος για διακοπές. 

Στην Ιαπωνία, σε σύγκριση με την Ευρώπη, καθώς είναι αντιμέτωπη με την εδαφική και γεωπολιτική πίεση από την Κίνα, επιχειρείται μια εθνική αναζωογόνηση μέσω των οικονομικών πολιτικών του πρωθυπουργού Σίνζο Άμπε. 

Ο Κόουεν στην συνέχεια αναφέρεται στο καθηγητή Κλασσικών Σπουδών και Ιστορίας, του Πανεπιστημίου του Στάμφορντ, Ίαν Μόρις, που στο πρόσφατο βιβλίο του με τίτλο, «War! What Is it Good For? Conflict and the Progress of Civilization From Primates to Robots», αναβιώνει την συζήτηση για το αν ο πόλεμος είναι σημαντικός παράγοντας για την οικονομική ανάπτυξη…. 

Ο Μόρις εξετάζει ένα ευρύ φάσμα υποθέσεων, συμπεριλαμβανομένης της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, του ευρωπαϊκού ιδεώδους κατά τη διάρκεια της ανόδου της Αναγέννησης και των σύγχρονων ΗΠΑ. 

Σε κάθε περίπτωση υπάρχει καλή απόδειξη, κατά τον Κόουεν και τον Μόρις, ότι η επιθυμία για να προετοιμαστεί  ένα κράτος για πόλεμο ώθησε τις τεχνολογικές εφευρέσεις και επίσης έφερε υψηλότερο βαθμό εσωτερικής κοινωνικής ηρεμίας. 

Ο αρθρογράφος επισημαίνει επίσης ότι με βάση το βιβλίο, «War and Gold: A 500-Year History of Empires, Adventures, and Debt», του Χουαρτίνγκ, ενός μέλους των συντηρητικών του Βρετανικού Κοινοβουλίου, η ανάγκη για τη χρηματοδότηση των πολέμων οδήγησε τις κυβερνήσεις να βοηθήσουν στην ανάπτυξη νομισματικών και χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, επιτρέποντας την άνοδο της Δύσης. Ο ίδιος δεν ανησυχεί, ωστόσο, ότι σήμερα πολλές κυβερνήσεις κάνουν κατάχρηση των θεσμών. 

Ωστόσο, μια άλλη έρευνα της υπόθεσης, σχετικά με την χρησιμότητα του πολέμου στην οικονομική ανάπτυξη, εμφανίζεται σε ένα πρόσφατο έγγραφο εργασίας από τους οικονομολόγους Τσιου Γιου Κό, Μαρκ Κογιάμα και Τουάν Χουί Σινγκ. Το έγγραφο υποστηρίζει ότι η Ευρώπη εξελίχθηκε ως περισσότερο πολιτικά κατακερματισμένη από την Κίνα, διότι η Κίνα μπροστά στον κίνδυνο κατάκτησης από τη δύση, την οδήγησε προς την πολιτική συγκέντρωση για σκοπούς άμυνας. Η συγκέντρωση αυτή ήταν χρήσιμη στην αρχή, αλλά τελικά κράτησε την Κίνα πίσω, σε ρυθμούς ανάπτυξης. Οι ευρωπαϊκές χώρες επένδυσαν περισσότερο στην τεχνολογία και τον εκσυγχρονισμό, ακριβώς επειδή φοβήθηκαν την κατοχή από πλησιέστερους σε αυτές, αντιπάλους. 

Ο Κόουεν κλείνει το άρθρο του στους New York Times με της εξής τοποθέτηση: 

«Το πρόβλημα είναι το εξής: Όποια και αν είναι τα οικονομικά οφέλη από την πιθανή σύγκρουση θα πρέπει να αντιμετωπίσουν μια διαφορετική κατάσταση καθώς οι τεχνολογίες έχουν γίνει πολύ πιο καταστροφικές, και έτσι μιας μεγάλης κλίμακας πόλεμος θα ήταν πολύ πιο καταστροφικός από ό, τι πριν. Αυτό κάνει πολλούς πολέμους λιγότερο πιθανούς, το οποίο είναι ένα καλό πράγμα, αλλά καθιστά επίσης και την οικονομική στασιμότητα ευκολότερο να ανεχθεί….

 Ζώντας σε ένα μεγάλο ειρηνικό κόσμο με ρυθμούς ανάπτυξης 2% του ΑΕΠ έχει μερικά μεγάλα πλεονεκτήματα που δεν έχει το 4% και οι εκατόμβες νεκρών ενός πολέμου. Η Οικονομική στασιμότητα μπορεί να δείχνει κάτι όχι ελπιδοφόρο αλλά είναι κάτι που οι πρόγονοί μας, ποτέ δεν κατάφεραν να διατηρήσουν για μεγάλη χρονική περίοδο. Το πραγματικό ερώτημα είναι αν μπορούμε να κάνουμε κάτι καλύτερο, και κατά πόσον η πρόσφατη επικράτηση της ειρήνης είναι μια απλή προσωρινή φούσκα που περιμένει να σκάσει». Μ.Γ.