Πέμπτη, 17 Ιουλίου 2014

Ο πατριωτισμός, η Χρυσή Αυγή και το λαϊκό κίνημα

από τον Εργατικό Αγώνα

Στους τακτικούς αναγνώστες των φιλόξενων σελίδων του «Εργατικού Αγώνα» έχει γίνει θαρρώ, ξεκάθαρο ότι ο γράφων έχει μια ιδιαίτερη ευαισθησία στο ζήτημα της πρόσληψης και της αντιμετώπισης της έννοιας του πατριωτισμού από τους κομμουνιστές και από το λαϊκό κίνημα. Η ίδια η τρέχουσα πολιτική πραγματικότητα θέτει διαρκώς και μετ` επιτάσεως το ζήτημα: στις τελευταίες εκλογές, αυτοδιοικητικές και ευρωεκλογές, τα ποσοστά του φορέα που καπηλεύεται τον πατριωτισμό, του κόμματος – συμμορίας της Χ.Α, σε ορισμένες περιπτώσεις όπως στο δήμο της Αθήνας και στην περιφέρεια της Αττικής ανέβηκαν σημαντικά, ενώ παντού κατέγραψαν ανοδική τάση. Το γεγονός μας επιβάλλει να αναστοχαστούμε πάνω στο εθνικό ζήτημα, δεδομένου ότι αυτός ο συρφετός ναζί, μαχαιροβγαλτών και μπράβων της νύχτας επιμένει να αυτοπροβάλλεται ως ο μοναδικός και γνήσιος φορέας του πατριωτισμού και της ελληνικότητας.

Η γενικευμένη φτώχεια, σε συνδυασμό με τη χαμηλή πολιτική συνείδηση, είναι εκ των ων ουκ άνευ προϋποθέσεις για τη διάδοση φασιστικών ιδεολογημάτων. Ωστόσο, δεν είναι ήσσονος σημασίας η επίκληση που γίνεται από το συγκεκριμένο χώρο στο αίσθημα της «εθνικής υπερηφάνειας», σε μια εποχή που ο ελληνικός λαός ευτελίζεται και διασύρεται. Ας ξαναδούμε το περίφημο παράδειγμα της Γερμανίας του μεσοπολέμου: ο ταπεινωμένος, μετά τον Α` Παγκόσμιο Πόλεμο, γερμανικός λαός, έβρισκε παρηγοριά στα ναζιστικά φληναφήματα που, εντελώς ανιστόρητα και αντιεπιστημονικά, τον βάφτιζαν «περιούσιο λαό» (ή, για να είμαστε πιο ακριβείς, περιούσια ράτσα). Ο Μπενίτο Μουσολίνι, που ανέβηκε στην εξουσία πριν από το Χίτλερ, επεδίωκε να προβάλλει τις ρωμαϊκές αρετές της στρατιωτικής πειθαρχίας, της σκληρότητας και της λιτότητας, συνδυασμένες με το φυσικό κάλλος των σύγχρονων φορέων τους – «απογόνων» της αρχαίας Ρώμης.

Δεν είναι τυχαία η παράδοση που υπάρχει, ακόμα και σήμερα, στη Squadra Azzura, να μην καλείται σχεδόν ποτέ ποδοσφαιριστής που δεν ανταποκρίνεται σε συγκεκριμένα αισθητικά πρότυπα (άσχετο αν, στο μεγάλο τους ποσοστό, οι καλούμενοι αγνοούν τα λόγια του εθνικού τους ύμνου). 

Ιστορικά, τα φασιστικά καθεστώτα έχουν αντλήσει τους «εθνικούς μύθους» με τους οποίους προσπάθησαν να γαλουχήσουν τους λαούς τους, από την αρχαιότητα, από την εποχή κατά την οποία οι φερόμενοι ως βιολογικοί πρόγονοι των συγκεκριμένων λαών «μεγαλούργησαν» (ό,τι και να σημαίνει αυτό στο, ας το πούμε μυαλό, ενός φασίστα). Στα καθ` ημάς, θαρρώ ότι έχει ενδιαφέρον το να εξετάσουμε τί θεωρεί ελληνικότητα το κόμμα – συμμορία, ποιες περιόδους της ελληνικής ιστορίας προβάλλει, ποια πρότυπα αλλά και με ποιόν τρόπο. Το ζήτημα αυτό δεν είναι ξεκομμένο από το πώς, ιστορικά, η άρχουσα τάξη με τους λογίους της αλλά και οι κάθε φορά λαϊκές τάξεις αντιμετώπιζαν την ελληνική ιστορία και τις περιόδους της. 

Δεν θέλω να επανέλθω στο ζήτημα του τι σημαίνει «έθνος». Θα επαναλάβω απλώς, για την εντιμότητα της συζήτησης, ότι προσωπικά συντάσσομαι με την άποψη του Νίκου Σβορώνου περί της ισχυρής πολιτισμικής συνέχειας που διαπερνά τη συνείδηση και την ιδιοπροσωπεία των φυλών, λαών και λαοτήτων που συνοίκησαν στον ελλαδικό χώρο και ότι θεωρώ πως το ελληνικό έθνος μπορεί να αποδοθεί και ως «νεώτερος ελληνισμός».[1] Αυτός ο νεώτερος ελληνισμός στη λογική και στην προπαγάνδα της συμμορίας παρουσιάζεται σαν καρικατούρα. Οι εν λόγω «κύριοι» εμφανίζονται ως κατ` εξοχήν αρχαιολάτρες. Ας εξετάσουμε λοιπόν την ιστορία της «αρχαιολατρείας» στην ελληνική διανόηση και στην ελληνική πολιτική σκέψη. 

Αρχικά, πρέπει να διευκρινίσουμε τούτο: η στροφή στην κλασική ελληνορωμαϊκή αρχαιότητα είναι, στην ιστορία της παγκόσμιας διανόησης, παιδί της αστικής τάξης. Και όσο η «μητέρα» αυτού του παιδιού παίζει προωθητικό ιστορικό ρόλο, το «διαπαιδαγωγεί» αλλά και το χειρίζεται στην ίδια κατεύθυνση, προοδευτικά. Η Αναγέννηση, η ιστορική περίοδος κατά την οποία η αστική τάξη αρχίζει να σπάει τα δεσμά της φεουδαρχίας, είναι ταυτόχρονα και εποχή επανανακάλυψης της αρχαίας ελληνικής γραμματείας και του αρχαίου ελληνικού πνεύματος. Οι λόγιοι της Αναγέννησης, εκπρόσωποι των νέων κοινωνικών δυνάμεων, κρατούν από αυτό το πνεύμα τα ακόλουθα: Τη ρήξη με τον ανορθολογισμό και τη θρησκοληψία του Μεσαίωνα∙ την απελευθέρωση του ανθρώπινου σώματος και της ανθρώπινης επιθυμίας από το βάρος της αμαρτίας με το οποίο το είχε φορτώσει ο χριστιανισμός∙[2] την αμφισβήτηση της αυθεντίας και στο πολιτικό πεδίο, αν και θα χρειαστεί να περάσουν τρεις αιώνες μέχρι να συντελεστεί η οριστική ρήξη με το πολιτικό εποικοδόμημα της φεουδαρχίας, μέσα από τη μεγάλη Γαλλική Επανάσταση. 

Το υπό διαμόρφωση ελληνικό έθνος ανακαλύπτει την αρχαία παράδοση του χώρου χονδρικά γύρω στο 18ο αιώνα. Η ανακάλυψη αυτή συμβαδίζει, και στην ελληνική περίπτωση, χρονολογικά, με την ανάδυση των νέων κοινωνικών δυνάμεων – φορέων της εθνικής ιδέας, δηλαδή της αστικής τάξης. Δεν αναφέρομαι σε μεμονωμένες περιπτώσεις που, και κατά τους προηγούμενους αιώνες, ακόμη και κατά τους όψιμους αιώνες του Βυζαντίου, ανακαλύπτουν και προβάλλουν την ελληνική κλασική αρχαιότητα.

Τον 18ο αιώνα όμως, το πρόπλασμα του ελληνικού έθνους χρειάζεται έναν ισχυρό συνδετικό κρίκο που αφ` ενός θα ενοποιεί, στο πεδίο της συνείδησης τις εθνότητες και λαότητες που συνοικούν στον ελλαδικό χώρο, και, αφ` ετέρου θα έρχεται σε ρήξη με το μεσαιωνικό – βυζαντινό παρελθόν. Η ελληνική αρχαιότητα ήταν ο τέλειος συνεκτικός κρίκος: η μνήμη του χώρου, ζωντανή και στα υλικά κατάλοιπα του παρελθόντος αλλά και στη γλώσσα, συνέχεια και μετεξέλιξη των αρχαίων ελληνικών διαλέκτων, έγινε κοινή μνήμη των ανθρώπων. Από την άλλη πλευρά, η αρχαιότητα, απαξιωμένη ως ειδωλολατρική από το βυζαντινό – χριστιανικό κόσμο, δίδασκε πρότυπα διοίκησης και πολιτειακής οργάνωσης πολύ συμβατά με τις αξίες της ανερχόμενης αστικής τάξης: κύριο στοιχείο είναι η σχέση πόλης – πολίτη, δίπολο στο οποίο ο δεύτερος έχει ρόλο και λόγο στη συγκρότηση της πρώτης. Δεν είναι τυχαίο ότι η κοινή προσφώνηση ανάμεσα στους γάλλους επαναστάτες (κάτι ανάλογο με την προσφώνηση «σύντροφος» μεταξύ των κομμουνιστών) είναι «πολίτης» («citoyen»). 

Η στροφή λοιπόν στην κλασική αρχαιότητα σε αυτή την περίοδο της ελληνικής ιστορίας έχει προοδευτικά χαρακτηριστικά. Οι – πολυάριθμοι – έλληνες αστοί της διασποράς δίνουν στα παιδιά τους αρχαιοελληνικά ονόματα. Ο – αλβανόφωνος – Ανδρέας Βώκος – Μιαούλης, ο ναύαρχος της επανάστασης, δίνει στη ναυαρχίδα του το όνομα «Θεμιστοκλής». Ο Μακρυγιάννης, μιλώντας για τα «ωραία ερείπια», τα υλικά κατάλοιπα του κλασικού παρελθόντος, θα πει «γι` αυτά τα μάρμαρα πολεμήσαμε». Αυτή είναι η λαϊκή διάσταση της αγάπης για την κλασική αρχαιότητα, η ιστορική μνήμη του χώρου που λειτουργεί και ως προωθητική δύναμη για το επαναστατικό παρόν. 

Όμως και εδώ υπάρχει η άλλη πλευρά. Ακόμη και από προοδευτικά μυαλά της εποχής, η αγάπη για την κλασική αρχαιότητα συμπεριλαμβάνει και το στοιχείο της απαξίωσης οποιουδήποτε λαϊκού χαρακτηριστικού είχε διαμορφωθεί στα χρόνια του μεσαιωνικού, οθωμανοκρατούμενου και λατινοκρατούμενου ελληνισμού. Πρώτο θύμα αυτής της απαξίωσης είναι η γλώσσα: η λαϊκή, ομιλούμενη γλώσσα γίνεται αντικείμενο περιφρόνησης και χλεύης από ένα από τα πιο ριζοσπαστικά πνεύματα της εποχής, τον Αδαμάντιο Κοραή. Βέβαια, ο Κοραής, ο Βολταίρος των ελληνικών γραμμάτων, δεν είναι ο γιακωβίνος Ρήγας. Είναι ένας αστός που φοβάται την επαναστατική ορμή των πληβειακών στρωμάτων και που επιδιώκει τη χειραφέτηση του έθνους κυρίως μέσα από μια παιδεία στραμμένη στα κλασικά γράμματα. Σε μια τέτοια θεώρηση των πραγμάτων, η σύγχρονη λαϊκή γλώσσα παριστάνεται ως ένα φθαρμένο, βαρβαρικό ιδίωμα, ξεπεσμένο, μπασταρδεμένο με ξενικές λέξεις, ανίκανο να αποτυπώσει υψηλές πολιτικές έννοιες. Ο Κοραής, χαρακτηριστικά, αποκαλούσε, με αρκετή δόση απαξίωσης, το Βιτσέντζο Κορνάρο «Όμηρο του χυδαϊσμού». Έτσι, ο εστέτ λόγιος του Άμστερνταμ και των Παρισίων επινοεί ένα τεχνητό γλωσσικό ιδίωμα, που ουδέποτε μιλήθηκε, αν και στο γραπτό λόγο έδωσε λαμπρά δείγματα καλλιέπειας, την καθαρεύουσα, που ταλάνισε την ελληνική παιδεία για πάρα πολλά χρόνια.[3] 

 Έτσι λοιπόν, με όχημα κυρίως τη γλώσσα, ήδη από τα πρώτα χρόνια της συγκρότησης της ελληνικής εθνικής συνείδησης, παγιώνεται ένα βαθύ πολιτισμικό σχίσμα στο υπό διαμόρφωση έθνος. Αρχίζουν να δημιουργούνται τα σπέρματα μιας διανόησης που αποκόπτονται από τη συγκεκριμένη, σύγχρονή τους, φυσιογνωμία των λαϊκών στρωμάτων και τα αντιμετωπίζουν ακόμα και με μια σχετική περιφρόνηση. Προσοχή ωστόσο: Η γλώσσα δεν είναι το απόλυτο κριτήριο για την προοδευτικότητα (με τα μέτρα, εννοείται, της εποχής) του διανοητή που τη μιλά. Ο Κοραής δεν είναι οπωσδήποτε πιο συντηρητικός από το δημοτικιστή λόγιο των Ηγεμονιών[4] Δημητράκη Κανταρτζή. Από την άλλη όμως, ο γιακωβίνος Ρήγας, αυτός ο επαγγελματίας επαναστάτης και πρώιμος διεθνιστής είναι και υποστηρικτής της λαϊκής γλώσσας και αυτήν χρησιμοποιεί στο έργο του – προορισμένο, εξ άλλου, να διαβαστεί από τα πιο πλατειά λαϊκά στρώματα.
 

          Εκείνος που βάζει τα πράγματα στη θέση τους είναι ο Σολωμός. Στο «Διάλογό» του για τη γλώσσα, ο Ποιητής (λογοτεχνική περσόνα του ίδιου) κατατροπώνει το «Σοφολογιώτατο» (πιθανή λογοτεχνική περσόνα του Κοραή), αποδεικνύοντάς του ότι η περιφρόνηση της ζωντανής γλώσσας του αγωνιζόμενου έθνους συνιστά έμπρακτα αμφισβήτηση και υποτίμηση του ίδιου του αγώνα του. Στο έργο αυτό, ο Σολωμός αποδεικνύεται εξαιρετικός γλωσσολόγος και στήνει με τα πόδια κάτω και το κεφάλι επάνω την πολυεπίπεδη σχέση ανάμεσα στη γλώσσα, την κοινωνική τάξη ή το κοινωνικό στρώμα που τη μιλά και την πολιτικοϊδεολογική συνείδηση. 

Αν μια ορισμένη περιφρόνηση, μέσω κυρίως του καθαρευουσιανισμού, παρατηρείται στα προεπαναστατικά χρόνια και στα χρόνια της επανάστασης, απέναντι σε μια διαμορφωμένη, κατά τους προηγούμενους αιώνες κουλτούρα των λαϊκών στρωμάτων, μετά τη συγκρότηση του ελληνικού κράτους και, με αφετηρία την περίοδο της Βαυαροκρατίας, η αρχαιολατρεία αρχίζει να μετατρέπεται σε αρχαιοπληξία και να αποκτά έκδηλα αντιδραστικά ταξικά, πολιτισμικά και πολιτικά χαρακτηριστικά. 

Οι Βαυαροί διαμόρφωσαν το πρώτο, μακράς διάρκειας, εκπαιδευτικό σύστημα στο ελληνικό κράτος. Μέσα σε αυτό, κυρίαρχο ρόλο παίζει η κλασσική γραμματεία, διαμεσολαβημένη από την αντίληψη που έτρεφε για την αρχαία Ελλάδα ο γερμανικός, κυρίως, κόσμος. Ακόμη και οι εντιμώτεροι από τους βαυαρούς διοικητικούς που συνόδευαν τον Όθωνα, είχαν την εντύπωση ότι θα έρθουν να διοικήσουν μια χώρα της οποίας οι κάτοικοι, ντυμένοι με άσπιλης λευκότητας χλαμύδες απαγγέλλουν … Όμηρο από το πρωτότυπο. Ήρθαν, αντίθετα, σε μια χώρα ρημαγμένη, που μόλις έβγαινε από μια επανάσταση και που οι κάτοικοί της, ντυμένοι με λερές φουστανέλες, μιλούσαν μια χυμώδη, ενίοτε και τσουχτερή, σύγχρονη γλώσσα, έριζαν μεταξύ τους, διεκδικούσαν γη και προσπαθούσαν να επουλώσουν τις πληγές από τις πρόσφατες ιστορικές τους περιπέτειες. Πολύ ήρωες, αλλά και πολύ απείθαρχοι και καθόλου κοντά στο ιδεατό πρότυπο των αρχαίων ελλήνων, αντιμετωπίστηκαν ως βάρβαροι από το ξενικό καθεστώς. 

Η λατρεία στην κλασική αρχαιότητα μετασχηματίστηκε σε βαθειά περιφρόνηση για ο,τιδήποτε σύγχρονο ελληνικό. Η στρυφνή, στεγνή κλασικιστική παιδεία χρησίμευσε ως ταξικό εργαλείο εκδίωξης από τις εγκύκλιες σπουδές των λαϊκών στρωμάτων. Η ανάδειξη της «ανωτερότητας» του αρχαιοελληνικού πνεύματος χρησίμευσε στη διοίκηση (και όχι μόνο επί βαυαροκρατίας), στην άρχουσα τάξη, στις ξένες δυνάμεις – πάτρωνές της ως μέθοδος καθυπόταξης των υπάλληλων τάξεων: αυτοί οι «κατώτεροι», οι «ανάξιοι απόγονοι» λαμπρών «προγόνων» δεν δικαιούνταν να διεκδικούν καλύτερους υλικούς όρους ζωής, αντιπροσωπευτικό πολίτευμα, πραγματική ανεξαρτησία. 

Καθ` όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ου, μέχρι τη Μικρασιατική καταστροφή και τον ερχομό των προσφύγων, ο βασικός κορμός των πληβειακών στρωμάτων στο ελληνικό κράτος είναι η αγροτιά – μικροκτηματίες, ακτήμονες, εξαρτημένοι χωρικοί, κυρίως μετά την ένταξη της Θεσσαλίας στην ελληνική επικράτεια. Η εργατική τάξη βρίσκεται στα σπάργανα. Κυρίαρχη ιδεολογία είναι η «Μεγάλη Ιδέα», η οποία εμπλουτίζει την παραδοσιακή στροφή στην κλασική αρχαιότητα με αρκετό Βυζάντιο. Ο Μεσαίωνας του ελλαδικού χώρου και του ευρύτερου ελληνόφωνου κόσμου διεκδικεί τη θέση του ως σημαντικό κομμάτι της κυρίαρχης, αστικής ιδεολογίας, ως αποτέλεσμα, μεταξύ άλλων, και της προσπάθειας της εκκλησίας να καθιερωθεί ως ισχυρός πόλος της διοίκησης και της κεντρικής εξουσίας. Από μια άλλη πλευρά, μια μερίδα διανοουμένων ρίχνει μια ματιά συμπάθειας, εξωραϊσμένη από τη νοσταλγία, στη σύγχρονή τους ελληνική πραγματικότητα της υπαίθρου, από την οποίο και προέρχονται. 

Ωστόσο, η ματιά αυτή περιορίζεται να περιγράψει ένα γραφικό σύμπαν ηθών, εθίμων και πανηγυριών, ένα κόσμο όπου όλα είναι αγνά και αθώα. Η πρότασή τους – πολιτική στην ουσία της – είναι η επιστροφή στον κόσμο αυτό και στις αξίες του, που παρουσιάζουν ως απόλυτα γνήσιες ελληνικές. Στο σύμπαν της ελληνικής ηθογραφίας, η ορθοδοξία, σε μια πιο λαϊκή της μορφή, καθαρμένη από τη βυζαντινή της μεγαλοπρέπεια, παίζει ένα πολύ σημαντικό ρόλο.
 

           Εννοείται ότι δεν είναι όλοι οι έλληνες ηθογράφοι το ίδιο. Σημαντική εξαίρεση αποτελεί ο πρύτανις της ελληνικής ηθογραφίας, ο μεγάλος Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης. Ο «φτωχούλης του θεού» των ελληνικών γραμμάτων είναι ένας σπουδαίος ανατόμος της αγροτικής κοινωνίας και της κοινωνίας των «μικρών ανθρώπων» της πόλης, στα «Αθηναϊκά» διηγήματά του. Εντοπίζει και καταδεικνύει τις κοινωνικές και φυλετικές ανισότητες, αλλά και την υποκρισία της εξουσίας και του κοινωνικού περίγυρου, με χαρακτηριστικό παράδειγμα το αριστούργημά του «Η Φόνισσα». Αλλά και ο Ανδρέας Καρκαβίτσας, στο μυθιστόρημά του «Ο ζητιάνος» θα περιγράψει με τα μελανότερα χρώματα τα ζητιανοχώρια της ορεινής Ναυπακτίας, όπου τα παιδιά ακρωτηριάζονται από τη βρεφική τους ηλικία από τους ίδιους τους γονείς, ώστε, ενήλικα πια, να μετέρχονται το «επάγγελμα» του ζητιάνου, αξιοποιώντας την αμάθεια, την πρόληψη και τις δεισιδαιμονίες της ελληνικής υπαίθρου, που εδώ δεν είναι καθόλου γραφική και καθόλου αγνή. 

Με τους Βαλκανικούς πολέμους και την κατίσχυση του βενιζελισμού στα πολιτικά πράγματα της Ελλάδας, η αστική τάξη εξαντλεί την όποια προωθητική ιστορική της δύναμη. Η μικρασιατική εκστρατεία και καταστροφή, το άδοξο και αιματηρό τέλος της «Μεγάλης Ιδέας» στα νερά και στην προκυμαία της Σμύρνης, ο ερχομός των προσφύγων στην Ελλάδα, αλλάζουν άρδην τη φυσιογνωμία του ελληνικού κράτους.             

Εν τω μεταξύ, ήδη από το 1918, η εργατική τάξη, σε νηπιακή ακόμα κατάσταση, έχει αποκτήσει το κόμμα της. Μετά το 1922, θα αυξηθεί αριθμητικά και θα ωριμάσει συνειδησιακά. Η έννοια της λαϊκότητας αλλά και της ελληνικότητας αλλάζει μορφή. Και πάλι στοιχεία της κουλτούρας όπως ο δημοτικισμός ή η στροφή στην απεικόνιση του λαϊκού ανθρώπου, δεν σημαίνει απαραίτητα συστράτευση με τις πρωτοπόρες κοινωνικές δυνάμεις της εποχής. Ο Ίων Δραγούμης ήταν δημοτικιστής: ο δημοτικισμός του δεν τον έκανε λιγώτερο μεγαλοϊδεάτη από τους βενιζελικούς πολιτικούς αντιπάλους του. Από την άλλη, τα έντυπα των πρώτων σοσιαλιστικών ομίλων, ο ίδιος ο «Ριζοσπάστης» εκδίδονταν στην καθαρεύουσα. Στο ιδρυτικό του συνέδριο το ΣΕΚΕ αν και τονίζει την αναγκαιότητα της καθιέρωσης της δημοτικής γλώσσας ως επίσημης γλώσσας του κράτους, χρησιμοποιεί επίσης σε όλα του τα επίσημα κείμενα άπταιστη καθαρεύουσα. Έτσι, μέσα στους ίδιους τους δημοτικιστές,, παρατηρείται ένα μεγάλο και ιστορικό ιδεολογικό σχίσμα: μια μερίδα τους συντηρητικοποιείται, ενώ μια άλλη, πιο ριζοσπαστική, συντάσσεται με το λαϊκό κίνημα και το ΚΚΕ. 

Η επονομαζόμενη «γενιά του `30» στη λογοτεχνία (παρόλο που υπάρχουν ορισμένες ισχυρές ενστάσεις ως προς τον όρο) μεταφέρει το κέντρο βάρους του ενδιαφέροντος από την ύπαιθρο στην πόλη, αλλά και από τον αρχαίο στο μεσαιωνικό και νεώτερο ελληνισμό. Σε αυτήν (αν και στο μεγαλύτερο μέρος της, δεν χαρακτηρίζεται από ριζοσπαστικές πολιτικές θέσεις) οφείλουμε ωστόσο την ανάδειξη μιας μεσαιωνικής και νεοελληνικής κουλτούρας αποκαθαρμένης από το βάρος του εξωραϊσμού και της ηθογραφίας. Ανακαλύπτονται και προβάλλονται κείμενα διαμάντια, μήτρες του σύγχρονου ελληνικού πολιτισμού, όπως ο «Ερωτόκριτος» και τα «Απομνημονεύματα» του στρατηγού Μακρυγιάννη. Η μελέτη αυτών των κειμένων συντελεί στο να σταματήσει να θεωρείται η μακρά περίοδος των ξενικών κυριαρχιών στον ελλαδικό χώρο ως περίοδος παρατεταμένης ήττας, μιζέριας και παρακμής και να αρχίσει μια σοβαρή μελέτη των όρων και προϋποθέσεων συγκρότησης του ελληνικού έθνους. 

Εδώ έρχεται να βάλει τη σφραγίδα του το ΚΚΕ με τους διανοούμενούς του, όπως ο Γληνός, ο Κορδάτος, ο Ζεύγος, ο Βάρναλης: έννοιες όπως η παράδοση, η ελληνικότητα, η ιστορική συνέχεια, το έθνος μελετώνται μέσα από το πρίσμα του μαρξισμού, με τη ματιά της εργατικής τάξης και του κόμματός της. Έτσι, στήνεται στα πόδια της σιγά – σιγά η έννοια της «Ρωμιοσύνης», ο μεσαιωνικός και νεώτερος ελληνισμός, συγκροτημένος και διαπαιδαγωγημένος σε ένα πνεύμα εξέγερσης. 

Την ίδια εποχή – δεκαετία του `30, η φασιστική δικτατορία Μεταξά προβάλλει με έμφαση το «αρχαιοελληνικό ιδεώδες», κυρίως μέσα από το πρότυπο της αρχαίας Σπάρτης. Η αρχαία Σπάρτη είναι, στ` αλήθεια, το πιο κακοποιημένο από τη φασιστική «σκέψη» κομμάτι της αρχαίας ελληνικής ιστορίας: δεν προβάλλεται η κοινοκτημοσύνη και η συλλογικότητα, αλλά ο στρατοκρατικός χαρακτήρας του κράτους της. Στα πλαίσια όμως της ιστορικής εποχής, αυτό που φαίνεται ως «στρατοκρατία» είναι απλώς το γεγονός ότι στη Σπάρτη δεν υπάρχει ακόμη συγκροτημένο κράτος δουλοκτητικού τύπου και ο στρατός δεν έχει ξεχωρίσει πλήρως από το λαό. 

Όταν το χειμαζόμενο και ταλαιπωρούμενο από αριστερίστικες και σεχταριστικές αποκλίσεις ΚΚΕ των ημερών μας ξανασταθεί στα πόδια του και ξαναβρεί το λενινιστικό χαρακτήρα του, είναι βέβαιο ότι θα ανακαλύψει για μια ακόμη φορά τη δεκαετία του `40 και θα επανεκτιμήσει τη συμβολή της τόσο στην ιστορία και τη φυσιογνωμία του κόμματος, όσο και στην ιστορία της Ελλάδας. Η προσφυής κίνηση της δημιουργίας του ΕΑΜ, το έπος της Εθνικής Αντίστασης και του ΔΣΕ, που μεγαλούργησαν στα βουνά και στις πόλεις, έδωσε μια έμπρακτη και οριστική απάντηση στο ποιος είναι ο θεματοφύλακας της πατρίδας: Η εργατική τάξη, υψωμένη σε ηγέτιδα δύναμη του έθνους, παραμερίζοντας τους αστούς (των οποίων η στάση, στην περίοδο της τριπλής κατοχής, είναι, έτσι κι αλλιώς, γνωστή). Στο πεδίο των ιδεών, συντελείται το οριστικό «δέσιμο» ανάμεσα στις περιόδους της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας. 

Για πρακτικούς, κύρια, λόγους, για να εντάξει και να ενσωματώσει στην αντίσταση κατά των καταχτητών το πολυάριθμο ακόμα αγροτικό στοιχείο, το ΚΚΕ και το ΕΑΜ ανασύρουν και αξιοποιούν μνήμες του `21: στο θέατρο στο βουνό, ο Βασίλης Ρώτας και ο Γιώργος Κοτζιούλας αντλούν την έμπνευσή τους για τα θεατρικά έργα που ανέβαζαν και με τα οποία εμψύχωναν τους αγροτικούς πληθυσμούς από τις μνήμες της επανάστασης. Οι αντάρτες καπεταναίοι εμφανίζονταν, σ` αυτό το σχήμα, ως οι φυσικοί επίγονοι των κλεφτών καπεταναίων του `21. Η ιστορική ομιλία του Άρη στη Λαμία θέτει σε νέες βάσεις το ζήτημα του πατριωτισμού, αυτό καθεαυτό, αλλά και το ζήτημα της ταξικότητας του πατριωτισμού.
 

          Ακόμα και στα δύσκολα χρόνια που ακολουθούν την ήττα του ΔΣΕ, σε συνθήκες βαθειάς παρανομίας, διώξεων, βασανιστηρίων, φυλακίσεων, εκτελέσεων, υπερορίας για τους πιο «τυχερούς», το ΚΚΕ δε σταματά να στοχάζεται πάνω στο ζήτημα του ελληνικού έθνους, της συνέχειας, της ελληνικότητας. Ο γράφων επιφυλάσσεται μάλιστα στο μέλλον να επιχειρήσει μια προσέγγιση της συζήτησης που αναπτύχθηκε στις αρχές της δεκαετίας του `50 για τα ζητήματα αυτά, κυρίως μέσα από τις στήλες του «Νέου Κόσμου». Ένα κωδικοποιημένο συμπέρασμα που θα μπορούσε να βγει από αυτή τη συζήτηση, η οποία, μαζί με τη μοναδική εμπειρία της Αντίστασης, καθόρισε συνολικά τη στάση των κομμουνιστών απέναντι στην έννοια του «έθνους», στον πατριωτισμό και στην ελληνικότητα, είναι τούτο: ο ελλαδικός χώρος χαρακτηρίζεται από ισχυρή ιστορική συνέχεια που, σε καμμία περίπτωση δεν είναι φυλετική, συγγένεια και συνέχεια αίματος, αλλά πολιτισμική, με κύριο εργαλείο τη διαρκώς εξελισσόμενη γλώσσα και που αναπλάθεται μέσα από τις διαρκείς ιστορικές περιπέτειες μιας περιοχής του κόσμου αεί οικούμενης. 

Σ` αυτή τη μακρά ιστορική πορεία, ο νέος ελληνισμός, δηλαδή το ελληνικό έθνος, η «Ρωμιοσύνη» έχει το δικό της διακριτό ιστορικό ρόλο και δεν είναι διόλου κατώτερη από οποιοδήποτε ευτυχισμένο, ηρωικό, μεγαλόπρεπο παρελθόν. Αυτή είναι η θέση που επεξεργάστηκε και διατύπωσε με αυστηρά επιστημονικούς όρους ο Νίκος Σβορώνος και στην οποία ήδη έχω αναφερθεί. 

Ωστόσο, η ριζοσπαστική και κομμουνιστική διανόηση έστησε στα πόδια της και την απεικόνιση της αρχαίας Ελλάδας στην ιστοριογραφία και στη συνείδηση του λαού, τοποθετώντας τον – όντως σπουδαίο – αρχαιοελληνικό πολιτισμό «σε καιρό και σε τόπο». Η αρχαία Ελλάδα, για την κομμουνιστική διανόηση, δεν είναι ένα υπερβατικό σχήμα που ενσαρκώνει υψηλές ιδέες και ιδανικά, χωρίς να πατά στο ιστορικό έδαφος του καιρού της. Αντίθετα, αποτελεί το ωραιότερο άνθος του δουλοκτητικού κόσμου, με ό,τι θετικό και αρνητικό αυτό συνεπάγεται. Χωρίς να ιεραρχώ, αναφέρω ανάμεσα στα θετικά την οργάνωση της διοίκησης (των ελεύθερων ανθρώπων όμως) στη βάση της αντιπροσωπευτικότητας: τον ορθολογισμό που αποτέλεσε και το πνευματικό θεμέλιο της γέννησης της φιλοσοφίας και όλων των επιστημών πλην του δικαίου: την «Αγορά», όχι με την οικονομική αλλά με την κοινωνική έννοια του όρου, δηλαδή το χώρο ζύμωσης των πολιτικών και φιλοσοφικών ρευμάτων και ιδεών: τη δραματική – κυρίως – ποίηση, τις εικαστικές τέχνες, την αρχιτεκτονική: την ισόρροπη σχέση σώματος και νου: όλα αυτά ως παιδιά μιας οργανωμένης, συγκροτημένης κοινωνίας η οποία βασίζεται στη διαλεκτική σχέση ανάμεσα στο σύνολο και στο άτομο. 

Όλο αυτό όμως το λαμπρό εποικοδόμημα στηρίζεται πάνω στην εξαθλίωση του μεγαλύτερου μέρους του πληθυσμού, του άμεσου παραγωγού που δε νοείται καν ως ανθρώπινο ον, του δούλου. Το δουλοκτητικό σύστημα είναι η αιτία για τα αρνητικά του αρχαίου ελληνικού κόσμου: την περιφρόνηση της εργασίας, κυρίως της χειρωνακτικής: την πλήρη απαξίωση του γυναικείου φύλου που δε νοείται παρά μόνο ως αναπαραγωγική μηχανή: την ανυπαρξία της έννοιας της αγάπης: τη μη εφαρμογή των θεωρητικών αρχών και αναζητήσεων από το πεδίο της επιστήμης στο πεδίο της τεχνολογίας. 

Οι διάφορες θεωρίες περί «τεχνολογίας» των αρχαίων ελλήνων δεν ανταποκρίνονται σε καμμιά ιστορική πραγματικότητα. Η ανάπτυξη της τεχνολογίας σε κάθε πολιτισμό κρίνεται πρώτα – πρώτα από τη βελτίωση των μέσων παραγωγής, κάτι που, σε καμμιά περίπτωση δε συμβαίνει στον αρχαίο ελληνικό κόσμο∙ αντίθετα, ο δούλος όντας ο ίδιος σχεδόν μέσο παραγωγής, δεν ενδιαφέρεται να επιφέρει καμμιά βελτίωση στα εργαλεία που χρησιμοποιεί, αντίθετα, προς το τέλος της αρχαιότητας τα καταστρέφει. 

Υπάρχουν αγριότητες στον αρχαίο ελληνικό κόσμο: μια από αυτές είναι η παιδοκτονία. Το δουλοκτητικό σύστημα είναι, μεταξύ άλλων, ασύμφορο για το φτωχό ελεύθερο, ο οποίος δεν μπορεί να μισθώσει την εργατική του δύναμη, δεν μπορεί να «ανταγωνιστεί» το δούλο. Έτσι, οι ελληνίδες πόλεις δε μπορούν να θρέψουν μεγάλο πληθυσμό και προσπαθούν να είναι κατά το δυνατό ολιγάνθρωπες, μέσω ενός περίπλοκου συστήματος ελέγχου των γεννήσεων και του πληθυσμού που περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, το γάμο των ανδρών σε μεγάλη ηλικία, την παιδοκτονία, την ομοφυλοφιλία, τις οργανωμένες αποστολές αποικισμού άλλων περιοχών για να αποσυμφορηθεί η ίδια η πόλη. 

Από την άλλη πλευρά, ο ίδιος αυτός κόσμος σύχναζε στα θέατρα συν γυναιξί και τέκνοις, για να θρηνήσει μαζί με τους ήρωες των τραγωδιών κάτι που ο ίδιος βέβαια δεν μπορούσε να αντιληφθεί: τη χαμένη αθωότητα της ανθρωπότητας, τις τελευταίες μνήμες της κοινοκτημοσύνης και της πρωτεύουσας θέσης της γυναίκας στην κοινωνία, τους τελευταίους σπασμούς του μητρογραμμικού δικαίου. Ή να γελάσει, κυρίως με την τρέχουσα πολιτική κατάσταση και την – κάποτε χοντροκομμένη – διακωμώδηση πολύ οικείων προσώπων και καταστάσεων. Ο Αριστοφάνης συνιστά μόνος του μια αντίφαση: αυτός ο βαθειά συντηρητικός άνθρωπος με το μεγαλοφυές αναρχικό έργο, πόσο ωραία κατόρθωνε να αναμειγνύει την υψηλή ποίηση, την ονειροφαντασιά μιας απόλυτα ελεύθερης κοινωνίας, την αγάπη του για την ειρήνη με την πιο αγοραία βωμολοχία!

 Κι ακόμη, αυτός ο ίδιος κόσμος απέδειξε ίσως για πρώτη φορά στην ιστορία το υπέρτερο του νεώτερου κοινωνικού οικονομικού σχηματισμού πάνω στον ιστορικά προγενέστερο. Το απέδειξε στο Μαραθώνα, στη Σαλαμίνα αλλά και σε εκείνα τα κάποτε στενά που οι επίγονοι του Εφιάλτη διάλεξαν για τις μακάβριες γελοιότητές τους και η επίσημη ελληνική πολιτεία ξετσίπωτα ξεπουλάει – βάζοντας μάλιστα αγγελία, ως να επρόκειτο για τριάρι με λουτροκαμπινέ! 

Ας μου συμπαθήσει ο αναγνώστης την παρέκβαση. Η ουσία είναι ότι όλες αυτές τις πλευρές του αρχαίου κόσμου ανέδειξε η κομμουνιστική και ριζοσπαστική διανόηση. Και, για να είμαστε ιστορικά δίκαιοι, πρέπει να δούμε εδώ τη συμβολή και σπουδαίων διανοητών που δεν διασταυρώθηκαν ποτέ με το λαϊκό κίνημα, ανέδειξαν όμως με τη σκέψη και την τέχνη τους το λαϊκό πολιτισμό κάθε εποχής. Έχω στο μυαλό μου κυρίως τον Κάρολο Κουν, που αναμόρφωσε τη διδασκαλία του αρχαίου δράματος έτσι ώστε να αναδειχτούν ακριβώς αυτά τα λαϊκά του χαρακτηριστικά που το καθιστούν πάντα επίκαιρο. Αλλά για να είμαστε ακόμη δικαιότεροι, δεν μπορούμε να μην επισημάνουμε τη βαθειά και πλατειά αρχαιομάθεια του Βάρναλη και του Ρίτσου που χρησιμοποίησαν προσφυώς στο έργο τους μορφές από την αρχαία ιστορία, τη φιλοσοφία, τη μυθολογία, το δράμα, ώστε, αξιοποιώντας τις αναλογίες με τη δική τους εποχή, να μιλήσουν για το σήμερα και το αύριο του ελληνικού λαού. 

Η άρχουσα τάξη, σε όλη τη διάρκεια του 20ου αιώνα, κινείται πάντα στα πλαίσια της προγονοπληξίας που παίρνει κυρίως τη μορφή της αρχαιολατρείας, ενώ το Βυζάντιο (παρά την ισχυρή παρουσία της εκκλησίας στην πολιτική ζωή και με νεκρή πια τη Μεγάλη Ιδέα) είναι σχετικά παραμερισμένο. Όταν άρχισαν να γίνονται οι ανασκαφές στο Μυστρά, οι αρχαιολόγοι ίδρωσαν να πείσουν το κράτος ότι αξίζει να στηριχτεί το έργο. Η Ελλάδα του `50 και του `60 «πούλαγε» προς τα έξω λευκά μάρμαρα παντρεμένα με σύγχρονο φολκλόρ. Στο «Ποτέ την Κυριακή», η λαϊκή πειραιώτισα πόρνη δε χάνει καμμιά παράσταση αρχαίου δράματος: και μάλιστα, επειδή δεν αντέχει το θλιβερό τέλος, βάζει πάντα ένα δικό της που περιλαμβάνει απαραιτήτως μια βόλτα των ηρώων στην ακροθαλασσιά. 

Ταυτόχρονα βέβαια, όπως σε ολόκληρη την ιστορία της, η άρχουσα τάξη παραμένει τραγικά ξενόδουλη και στο πεδίο του πολιτισμού. Δεν αναφέρομαι, οπωσδήποτε, στη φυσική και λογική ώσμωση μεταξύ διαφορετικών πολιτισμών που γίνεται όμως με όρους ισοτιμίας ή εξισορρόπησης. Μιλώ κυρίως για την επίσημη κουλτούρα των ιμπεριαλιστικών χωρών, την οποία η ελληνική άρχουσα τάξη αποδέχεται και διαχέει και στις υπόλοιπες κοινωνικές τάξεις και στρώματα. Εξ άλλου, οι μεγάλες ιμπεριαλιστικές χώρες έχουν τη δυνατότητα να «βιομηχανοποιήσουν» το καλλιτεχνικό προϊόν και να το εξαγάγουν με όρους εμπορεύματος. 

Κυρίως το φαινόμενο απαντάται στη μουσική και στον κινηματογράφο, αλλά δεν αφήνει ανεπηρέαστες και άλλες τέχνες, ακόμα και την ίδια την τέχνη του λόγου. Στη δεκαετία του `50 και του `60, η άρχουσα τάξη διασκεδάζει με «λάτιν» ακούσματα (καμμιά σχέση βέβαια με την πλούσια λαϊκή και αγωνιστική κουλτούρα των λαών της λατινικής Αμερικής)∙ η «χρυσή νεολαία» του `80 και του `90 (μαζί της και πολλά παιδιά από τα λαϊκά προάστεια) πασχίζει να κερδίσει την έγκριση του πορτιέρη της ντίσκο, όπου τα ακούσματα έχουν τόση σχέση με το κλασικό ροκ όσο ο φάντης με το ρετσινόλαδο. 

Οι κινηματογράφοι πολλαπλών αιθουσών, απόλυτα εξαρτημένοι από τις μεγάλες εταιρείες παραγωγής και διανομής, έχουν σχεδόν εξαφανίσει τις αίθουσες τέχνης – και τα αντίστοιχα κινηματογραφικά προϊόντα κερδίζουν τη μάχη από τα πραγματική έργα τέχνης. Ευπώλητα που έχουν κάνει τεράστια επιτυχία στο εξωτερικό, αμφίβολης ωστόσο λογοτεχνικής αξίας, παρουσιάζονται στην Ελλάδα ως εκδοτικά γεγονότα και γίνονται επίσης ευπώλητα: στα περιοδικά ποικίλης ύλης παρουσιάζονται ως αριστουργήματα τέχνης, ενώ στις ηλεκτρονικές σελίδες των βιβλιοπωλείων διαβάζει κανείς διθυραμβικές κριτικές πελατών του τύπου: «Denexwdiabaseipotesthzwhmouwraioterobiblio», που πείθουν και τον πιο δύσπιστο ότι το αμέσως προηγούμενο βιβλίο που έχει διαβάσει ο συντάκτης του σχολίου είναι το αναγνωστικό της α` δημοτικού… 

Κάποτε, αυτά τα πονήματα διερμηνεύουν την ελληνική πραγματικότητα με τη ματιά ενός ξένου, ο οποίος, συνήθως, αντιλαμβάνεται τον ελληνικό λαό ως την καρικατούρα του. Σε τέτοιες περιπτώσεις, η κριτική συνοδεύεται και από νέους διθύραμβους, για το «μεγάλο φίλο – ή τη «μεγάλη φίλη» της Ελλάδας, που μας έκανε την τιμή από το ύψος του εν εσπερία ευρισκομένου θρόνου του, να μιλήσει για πράγματα για τα οποία, βρε αδερφέ, δεν έχει γράψει μέχρι τώρα κανένας έλληνας… Αναφέρομαι πολύ συγκεκριμένα στο άθλιο, κακογραμμένο και ακόμα χειρότερα μεταφρασμένο «Νησί» της αγγλίδας Βικτώρια Χίσλοπ, η οποία βεβαίως και δεν ανακάλυψε τη Σπιναλόγκα – τη Σπιναλόγκα για την οποία έγραψαν, μεταξύ άλλων, οι μεγάλοι κομμουνιστές πεζογράφοι Γαλάτεια Καζαντζάκη και Θέμος Κορνάρος. 

Για να συνοψίσω, τα χαρακτηριστικά που δίνει η άρχουσα τάξη στην ελληνικότητα και τα οποία συγκροτούν ένα ιδιόρρυθμο μείγμα βλακώδους εθνικισμού και λιγούρικου κοσμοπολιτισμού είναι, κωδικοποιημένα, τα εξής: 
 

-  Ένας λευκός, άσπιλος, ιδεώδης, εξω – ιστορικός σχεδόν αρχαίος κόσμος. Ωστόσο, ενώ, ο κομμουνιστής Ρίτσος επιμένει – και σωστά – ότι «σε τούτα εδώ τα μάρμαρα – κακιά σκουριά δεν πιάνει» για την άρχουσα τάξη, η υπερβατικότητά των ίδιων αυτών μαρμάρων δεν την εμποδίζει να κολλά επάνω τους τα πωλητήρια του ΤΑΙΠΕΔ.


-  Μια νεώτερη και σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα απόλυτα υποτιμημένη. Από πολλά χείλη κυρίως οπαδών του κοσμοπολιτισμού ακούει κανείς την περιφρονητική έκφραση «οι νεοέλληνες» - ένα βήμα πριν αναφερθούν στον ελληνικό λαό αποκαλώντας τον «κωλοέλληνες»…


-  Μια ηθογραφική και φολκλορική θέαση του σύγχρονου ελληνικού κόσμου, στολισμένη με μπόλικη παράδοση και επιστροφή στις ρίζες, χωρίς βέβαια να γίνεται καμμιά διάκριση ανάμεσα στα ζωντανά και στα – από πολλά χρόνια πια – νεκρά στοιχεία αυτής της παράδοσης. Το ακραίο σύμπτωμα αυτής της αντίληψης είναι η κακοποίηση των τσάμικων και των καλαματιανών από τους ηγέτες της χούντας στα αλήστου μνήμης Πάσχα στα στρατόπεδα, κατά την περίοδο της επταετίας...

 Το ωραίο είναι ότι στο ίδιο πρόσωπο πολλές φορές παντρεύονται θαυμάσια ο ακραίος εθνικισμός με την ξενοδουλεία. Είπαμε εξ άλλου ότι οι «ανάξιοι πρόγονοι άξιων προγόνων» δεν αξίζουν δα και καλύτερης μοίρας, σύμφωνα με τη λογική τους. Το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα αυτού του γάμου του καραγκιόζη είναι, δίχως άλλο, το υστερικό φασιστοειδές που ενίοτε υποδύεται τον υπουργό, στα διαλείμματα των τηλεοπτικών τσιρίδων του: φανατικός αρχαιολάτρης και, κατά τους ισχυρισμούς του, βαθύς γνώστης της αρχαίας ελληνικής γραμματείας (όχι, δεν βρέχει∙ ο Συκουτρής, ο Τζωρτζ Τόμσον, ο Κάρολος Κουν μας φτύνουν από το επέκεινα για να μη μας ματιάσουν) δε διστάζει καθόλου να μας λέει, κουνώντας μας το δάχτυλο, πόσο πειθήνιοι πρέπει να είμαστε στις επιταγές των «εταίρων» μας που, επιτέλους «βάζουν τάξη» στους απείθαρχους «νεοέλληνες». Πόσο κοντά βρίσκεται η στάση του εν λόγω κυρίου που, κατά τους ισχυρισμούς του πάντα, κλαίει όταν ακούει τον «Εθνικό Ύμνο» με τα λόγια που βάζει ο Ποιητής του στο στόμα της «Γυναίκας της Ζάκυθος» όταν απευθύνεται περιφρονητικά στις μεσολογγίτισες: «Βάζουνε σε τάξη την Ελλάδα τη ζουρλή οι βασιλιάδες, εις τους οποίους έχω όλες μου τες ολπίδες (…). Και εννοείται, «τάξη» στα χείλη της σήμαινε τη συντριβή της επανάστασης …



Έρχομαι τώρα στο βασικό λόγο που με παρακίνησε να καταθέσω γραπτά αυτές τις σκέψεις, δηλαδή την εκλογική άνοδο της «Χρυσής Αυγής» και την απήχηση που έχει σε ορισμένες ηλικίες, καθώς εμφανίζεται ως θεματοφύλακας της Ελλάδας και του ελληνισμού. Αυτοί οι … ελληνολάτρες λοιπόν τι άραγε έχουν καταλάβει από την ελληνική ιστορία και τι ακριβώς προβάλλουν; Είδαμε, στην εισαγωγή αυτού του άρθρου ότι πάντα τα φασιστικά καθεστώτα ανατρέχουν στην αρχαιότητα, στους «προγόνους». Το ίδιο κάνουν και οι χρυσαυγίτες. Στην απόλυτα στρεβλή θέαση της πραγματικότητας και της ιστορίας που έχουν, δεσπόζουν ορισμένα χαρακτηριστικά. Πρώτα – πρώτα, η κυρίαρχη φασιστική αντίληψη ότι το έθνος είναι προϊόν της φυλής, του κοινού αίματος που, εξ ορισμού, χαρίζει την «ανωτερότητα» έναντι όλων των υπόλοιπων σε ορισμένες «προνομιούχες» ράτσες. Είναι γνωστό ότι, με τη … λεβεντιά που τους διακρίνει, αρνούνται να παραδεχτούν αυτό που πράγματι είναι, δηλαδή ωμοί ρατσιστές: «δεν είμαι ρατσιστής, είμαι φυλετιστής», ισχυρίζονται πολλοί από δαύτους, για να θολώσουν τα νερά, ωσάν να μην ξέρει ο υπόλοιπος κόσμος ότι ο ένας όρος είναι ακριβής μετάφραση του άλλου …


Ο τρόπος με τον οποίο η συμμορία αντιλαμβάνεται την αρχαιότητα έχει ιδιαιτερότητες σε σχέση με το πώς τη βλέπει ένας κλασικός αστός. Τίποτε από τον ορθολογισμό, το βάθος, αλλά και τη σπιρτάδα του αρχαιοελληνικού πολιτισμού δε χωράει στο σύμπαν βαρβαρότητας και ανορθολογισμού που έχουν κατασκευάσει και που το σερβίρουν ως … αρχαιοελληνικό πνεύμα. Σύμφωνα με αυτό το σχήμα, οι σπαρτιάτες του Λεωνίδα ήταν κάτι μεταξύ των χολυγουντιανών «300» και των Βάφεν Ες – Ες, ενώ ο μέσος αρχαίος έλληνας κάτι μεταξύ υπεράνθρωπου και Κόναν του βάρβαρου. Μέσα σε αυτό τον πολτό, χωράνε άνετα και θεωρίες κατασκευασμένες από ποικίλους φορείς του ακροδεξιού χώρου, όπου συνυπάρχουν, με θαυμαστή άνεση, τα πάντα: από … εξωγήϊνους και νεφελίμ, τεχνολογία των αρχαίων ελλήνων (αναλύσαμε πιο πάνω το λόγο για τον οποίο οι αρχαίοι έλληνες ΔΕΝ είχαν τεχνολογικά επιτεύγματα), υπερατλαντικά ταξίδια των … Σπαρτιατών ( οι οποίοι ούτε μέχρι το Ταίναρο δεν πήγαιναν …) και πολλά άλλα άκρως … επιστημονικά. 

Ωστόσο, ο λόγος τους ακούγεται και εισπράττεται παρηγορητικά από ένα μεγάλο μέρος του ελληνικού λαού. Στριμωγμένη ανάμεσα στην ανέχεια που όλο και αυξάνει, στην απαξίωση και στις ύβρεις που δέχεται ο ελληνικός λαός από την αστική τάξη της χώρας μας και τους ηγέτες των μεγάλων ιμπεριαλιστικών χωρών, στη χαμηλή πολιτική συνείδηση και στην παχυλή ιστορική άγνοια, καλλιεργημένη συστηματικά από την πολιτεία μέσω των προγραμμάτων σπουδών της εγκύκλιας παιδείας, μια σημαντική μερίδα του λαού βρίσκει παρηγοριά στο να σκέφτεται τον εαυτό του ως τον απόγονο σημαντικών προγόνων που δεν του αξίζουν τα βάσανα που περνάει.  

Και σε αυτό το κρίσιμο σημείο, το ΚΚΕ δυστυχώς αρνείται να παίξει τον ιστορικό του ρόλο, αποποιούμενο την ίδια του την κληρονομιά, πολιτική και πολιτιστική. Οι τροτσκιστικές επεξεργασίες περί της «αλληλεξάρτησης» των χωρών μέσα στο σύστημα του ιμπεριαλισμού, με τις οποίες έχει αντικαταστήσει τη λενινιστική θεωρία για τον ιμπεριαλισμό, το νόμο της ανισόμετρης ανάπτυξης και την ιστορική ου μην αλλά και επιβεβαιωμένη από τη ζωή θέση για την εξάρτηση της Ελλάδας, το έχουν οδηγήσει σε ένα ιδιότυπο «αντιεθνικισμό που φλερτάρει πολύ περισσότερο με τον αστικό κοσμοπολιτισμό και λιγώτερο με το – δεδομένο για κάθε κομμουνιστή – προλεταριακό διεθνισμό. Η αναφορά στον πατριωτισμό ή στην ελληνικότητα[5] συνιστούν, για την καθοδήγηση του ΚΚΕ, παρέκκλιση από την ταξική θεώρηση της πραγματικότητας. Το αποτέλεσμα είναι να λέγονται, να γράφονται και να υπονοούνται (με σαφήνεια όμως) ανοησίες. Θυμάμαι τον αλήστου μνήμης «Τηλέπαθο» του «Ριζοσπάστη». Σε Σύνοδο Κορυφής της ΕΕ που έγινε στην Αθήνα και οι συμμετέχοντες επισκέφτηκαν την αρχαία Αγορά, η εν λόγω στήλη αναρωτιόταν ειρωνικά πόσοι πολιτισμοί αναπτύχθηκαν πια στο έδαφος της πόλης και δεν τους πήραν είδηση οι Αθηναίοι! 

Ο επίσημος λόγος του σημερινού ΚΚΕ παρουσιάζει, στο όνομα της ταξικότητας και της καθαρότητας, μια εργατική τάξη χωρίς ρίζες, χωρίς μνήμες, χωρίς ιδιοπροσωπεία∙ μια εργατική τάξη συγκροτημένη σε ιστορικό κενό, σε κενό χώρου και χρόνου, ωσάν να υπήρχε από πάντα με το εργαλεία στο χέρι, χωρίς να μιλά μια γλώσσα, χωρίς να έχει ένα γεωγραφικό χώρο ως σημείο αναφοράς. Σκόρπια, καταθέτω ορισμένες σκέψεις και απόψεις πραγματικών κομμουνιστών, για το πώς έβλεπαν την εργατική τάξη της χώρας μας. Γράφει, για παράδειγμα, ο Αντώνης Αμπατιέλος, στο βιβλίο του: «Μια ζωή στον αγώνα με μετερίζι το ελληνικό καράβι», αναφερόμενος στην ιστορική προέλευση των ελλήνων ναυτεργατών που τους χαρίζει ένα διαφορετικό κοινωνικό και ιστορικό «πρόσωπο»: 

«Οι έλληνες ναυτεργάτες δεν είχαν την ιστορική προέλευση άλλων ναυτεργατών, όπως π.χ. των άγγλων, των οποίων η καταγωγή πάει κάμποσους αιώνες πίσω, στους κατάδικους και τα λούμπεν στοιχεία στις ταβέρνες των λιμανιών, όπου τους στρατολογούσαν με το ζόρι, χωρίς τη θέλησή τους. Οι δικοί μας είχαν την καταγωγή τους στη φτωχολογιά των ελληνικών νησιών, στους ψαράδες, στους ανθρώπους που, μαζί με τον καραβοκύρη, μοιραζόνταν τους κινδύνους και ένα μέρος των κερδών. Έτσι διαμορφώθηκε, σε σύγκριση με τους άλλους, ο τύπος του νοικοκύρη που τρώει το «μαύρο ψωμί» της θάλασσας, που έχει «εφτά φλούδες» για να θρέψει την οικογένειά του».
 

Μνήμη ακριβή των νεανικών μας χρόνων είναι το – χλευασμένο από τις αστικές γραφίδες – ποίημα του Γιάννη Ρίτσου για τα «παιδιά της ΚΝΕ». Αυτά τα παιδιά που – για τον κορυφαίο κομμουνιστή ποιητή – «έρχονται από πολύ μακριά – τραβάνε για πολύ μακριά» και «έχουν καλές κουβέντες με το γαλάζιο». Για τον ποιητή της «Ρωμιοσύνης», τον κομμουνιστή βάρδο της γης, του λαού και της μνήμης, «κι ο ναύτης πίνει πικροθάλασσα στην κούπα του Οδυσσέα», ενώ οι γριές «αργά κατηφοράνε να ταϊσουνε τα εγγόνια τους με το μεσολογγίτικο μπαρούτι». Κι ακόμα:
Ένας μαντατοφόρος φτάνει ἀπ᾿ τὴ Μεγάλη Λαγκαδιὰ κάθε πρωινὸ
στὸ πρόσωπό του λάμπει ὁ ἱδρωμένος ἥλιος
κάτου ἀπὸ τὴ μασκάλη του κρατεῖ σφιχτὰ τὴ ρωμιοσύνη
ὅπως κρατάει ὁ ἐργάτης τὴν τραγιάσκα του μέσα στὴν ἐκκλησία.
Ἦρθε ἡ ὥρα, λέει. Νάμαστε ἕτοιμοι.
Κάθε ὥρα εἶναι ἡ δικιά μας ὥρα.

Ο Άρης Βελουχιώτης, στον ιστορικό λόγο που εκφώνησε στη Λαμία, καθορίζει με σαφήνεια τι είναι η πατρίδα για την εργατική τάξη:

Μας κατηγορούν ότι θέμε να καταργήσουμε τα σύνορα και να διαλύσουμε το κράτος. Μα το κράτος εμείς το φτιάχνουμε σήμερα, γιατί δεν υπήρξε, μια που αυτοί οι ίδιοι το είχανε διαλύσει. Ποιος είναι λοιπόν πατριώτης; Αυτοί ή εμείς; Το κεφάλαιο δεν έχει πατρίδα και τρέχει να βρει κέρδη σ' όποια χώρα υπάρχουνε τέτοια. Γι' αυτό δε νοιάζεται κι ούτε συγκινείται με την ύπαρξη των συνόρων και του κράτους.
Ενώ εμείς, το μόνο πού διαθέτουμε, είναι οι καλύβες μας και τα πεζούλια μας. Αυτά αντίθετα από το κεφάλαιο που τρέχει, οπού βρει κέρδη, δε μπορούν να κινηθούν και παραμένουν μέσα στη χώρα που κατοικούμε.
 

Τελευταίο – αλλά όχι έσχατο – παράδειγμα: ο Νίκος Μπελογιάννης, μπροστά στους στρατοδίκες, δηλώνει ότι «αγαπάμε την Ελλάδα περισσότερο από τους κατηγόρους μας» αλλά και ότι «έτσι αγαπάμε εμείς την Ελλάδα: με το αίμα μας και με την καρδιά μας». Η σημερινή καθοδήγηση του ιστορικού κόμματος της εργατικής τάξης απεμπολεί στις επεξεργασίες της, στον πολιτικό της λόγο, στην προπαγάνδα της, όλη αυτή την τεράστια αγωνιστική παράδοσή του, όπου τα ταξικά αιτήματα διαπλέκονται με τον καλύτερο τρόπο με τα εθνικά. Αφήνουν έτσι ελεύθερο το πεδίο για να εμφανιστούν ως πατριώτες οι πολιτικοί επίγονοι των ναζί, των κουκουλοφόρων και δοσιλόγων της κατοχής. Αφήνουν τη διερμηνεία του αρχαίου ελληνικού κόσμου σε εκείνους που δεν έχουν καταλάβει τίποτε από το πραγματικό μεγαλείο του και που, μέσα στο άρρωστο σύμπαν τους, οι κούροι μοιάζουν με κουτσαβάκια – μπράβους νυχτερινών κέντρων που δολοφονούν γυναίκες και αόπλους. 

Αφήνουν την αναπαράσταση του νεώτερου ελληνισμού, της Ρωμιοσύνης, σε εκείνους που θεωρούν ότι ο Καραϊσκάκης ήταν ένα είδος κανίβαλου που όμως είχε το δικαίωμα να είναι τέτοιος γιατί αντιμετώπιζε μια «κατώτερη ράτσα»: καμμιά σχέση δηλαδή με ένα από τα σημαντικότερα διδάγματα της μεγάλης επανάστασης των ελλήνων, που είναι η αναγκαιότητα της επαναστατικής βίας, της βίας που ασκεί ο καταπιεσμένος απέναντι στον καταπιεστή του για να κατακτήσει την εθνική ή/και την κοινωνική ελευθερία του. Στον αιματοβαμμένο πολτό που έχουν στη θέση του μυαλού τους οι φασίστες, η βία δικαιώνεται όταν ασκείται από τον «βιολογικά ανώτερο» στο «βιολογικά κατώτερο».
 

      Όσο το ΚΚΕ αρνείται τη μεγάλη εαμική κληρονομιά (χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν πρέπει να την αναλύει και να παραδειγματίζεται και από τα λάθη της)∙ όσο επιμένει στις ανοησίες περί αλληλεξάρτησης∙ όσο δεν συνειδητοποιεί ότι η εργατική τάξη έχει και πατρίδα∙ όσο αγνοεί ότι έχουν μεγαλώσει ήδη γενιές της εργατικής τάξης που δεν έχουν ούτε την εμπειρία της ύπαρξης του σοσιαλισμού στον πλανήτη αλλά ούτε και τη δέουσα ιστορική παιδεία∙ όσο αγνοεί προκλητικά ή υποβαθμίζει στον πολιτικό του λόγο και στην πολιτική του πρακτική το άγριο ξεπούλημα που υφίσταται η χώρα μας και το χλευασμό και την απαξίωση που υφίσταται ο λαός μας από τις μεγάλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις∙ όσο ξεκόβει από τη φωνή του κομμουνιστή Μάνου Κατράκη να απαγγέλλει Αισχύλο, Κορνάρο, Σολωμό, Μακρυγιάννη∙ τόσο το φίδι του φασισμού θα τρέφεται και θα μεγαλώνει μέσα στη λάσπη της ένδειας και της άγνοιας των λαϊκών στρωμάτων. 

Κι ακόμα, μέσα στα ίδια τα σπλάχνα του κόμματος θα μεγαλώνει μια γενιά χωρίς κομμουνιστικές αξίες, χωρίς σεβασμό στην ιστορική μνήμη, χωρίς παιδεία, μια γενιά που η ηθική, η αισθητική και οι αξίες της θυμίζουν τραγικά πολύ την άλλη πλευρά. Μια γενιά που δεν θα είναι «τα παιδιά της ΚΝΕ που έρχονται από πολύ μακριά και τραβάνε πολύ μακριά», αλλά θα δικαιώνει τους σοφούς και προφητικούς στίχους του Μάνου Χατζιδάκι: 

Τα παιδιά δεν έχουν μνήμη – τους προγόνους τους πουλούν

Μα ό,τι αρπάξουν δεν θα μείνει – γιατί ευθύς μελαγχολούν.


                                          Αλκιβιάδης Σωζόμενος

                                         


[1] Παραπέμπω σε παλαιότερο άρθρο του γράφοντος στον «Εργατικό Αγώνα», με τίτλο «Η ελληνικότητα ως εξέγερση». Γνωστή ιστοσελίδα, προσκείμενη στην ηγεσία του ΚΚΕ, το είχε μάλιστα χαρακτηρίσει – μετά πολλών «επαίνων» στο γνωστό της ύφος πάσχοντος από μανία καταδίωξης –ως «σοσιαλσωβινιστικό». Θαρρώ ότι οι αναγνώστες του «Εργατικού Αγώνα» έχουν το νου και την παιδεία να κρίνουν …
[2] Είναι άλλης τάξης ζήτημα το γεγονός ότι ο πουριτανισμός, ιδεολογικό όπλο της ωρίμανσης των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής, σε δυο αιώνες περίπου θα απαξιώσει εκ νέου το ανθρώπινο σώμα και, εν γένει, τις χαρές της ζωής.
[3] Δεν είναι της παρούσης μια ενδελεχής αναφορά στην ιστορία του γλωσσικού ζητήματος. Ωστόσο, θα έπρεπε, πιστεύω, να επισημανθεί το εξής: ήδη από τα ελληνιστικά χρόνια, με κορύφωση στο Βυζάντιο, παρατηρείται ένα είδος διγλωσσίας που διασχίζει κάθετα το σώμα της κοινωνίας. Τα λαϊκά στρώματα μιλούν μια ζωντανή γλώσσα που πλάθεται και εμπλουτίζεται με το πέρασμα των αιώνων, την αλλαγή των ιστορικών – κοινωνικών συνθηκών και το «πάντρεμα» των λαών. Από την άλλη, η άρχουσα τάξη και ο κλήρος επιμένουν να γράφουν στην από αιώνων πια νεκρή αττική διάλεκτο, την ίδια εποχή που απαξιώνουν ο, τιδήποτε ελληνικό ως ειδωλολατρικό.
[4] Ηγεμονίες: επί Οθωμανικής αυτοκρατορίας, η περιοχή της Μολδοβλαχίας (σημερινή Ρουμανία) η οποία ήταν αυτόνομη αλλά φόρου υποτελής στο Σουλτάνο. Από τις αρχές του 18ου αιώνα, ηγεμόνες στη Μολδοβλαχία ορίζονταν Φαναριώτες έλληνες, οι οποίοι καλούσαν στην αυλή τους πολλούς και σημαντικούς λόγιους.
[5]Εννοείται ότι κάθε λαός έχει δικαίωμα στον πατριωτισμό και στην υπερηφάνεια για την ιστορία του, τη φυσιογνωμία του και τις κατακτήσεις του. Κάθε λαός έχει συμβάλει, με την ιδιοπροσωπεία του, στον πλούτο του ανθρώπινου πολιτισμού, στο συνολικό προχώρημα της ανθρωπότητας προς τα εμπρός. Από μια άλλη σκοπιά, οι εκδηλώσεις, οι μορφές που παίρνει ο πατριωτισμός σε κάθε ξεχωριστή χώρα, σε κάθε λαό, εξαρτώνται και από τη θέση της συγκεκριμένης χώρας στο ιμπεριαλιστικό σύστημα και από την ιστορική συγκυρία. Άλλα ήταν τα καθήκοντα του προλεταριάτου των μεγάλων ιμπεριαλιστικών χωρών στον Α` Παγκόσμιο Πόλεμο (απόρριψη του συνθήματος για την «υπεράσπιση της πατρίδας», στροφή των όπλων ενάντια στην αστική τάξη της ίδιας του της χώρας, μετατροπή του πολέμου σε διεθνή εμφύλιο) και τελείως διάφορα εκείνα του προλεταριάτου των χωρών που δέχτηκαν επίθεση από το χιτλεροφασισμό στο Δεύτερο: υπεράσπιση της πατρίδας, υπεράσπιση και της Σοβιετικής ΄Ένωσης.