Τετάρτη, 16 Ιουλίου 2014

Είναι ο φασισμός ψυχολογική ασθένεια;

Αντιφασιστική Πρωτοβουλία Βύρωνα

Του Αθανάσιου Μαρβάκη* 

Το μεγάλο ενδιαφέρον για τον κίνδυνο του φασισμού στρέφεται και στα άτομα που τον υποστηρίζουν και στο γιατί το κάνουν. Στη στροφή αυτή μοιάζει αυθόρμητα πειστικό να ανατρέξουμε στην ψυχολογία ή/και να ρωτήσουμε «ειδικούς». Σταχυολογούμε εδώ τυχαία ένα πρόσφατο παράδειγμα από συνέντευξη με τον ψυχολόγο, ψυχίατρο Νίκο Σιδέρη στην «Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία» (29/9/2013): «Η ιδεολογία της Χρυσής Αυγής έχει τρεις πυλώνες: εθνικισμό, δηλαδή βαθύ ναρκισσισμό, απόλαυση της βίας και άρνηση της σκέψης».

 
Ο προβληματισμός μας ξεκινάει εδώ από το γεγονός ότι τέτοιες τοποθετήσεις προσφέρονται ως α-πρόσωπες, ως εξ αποστάσεως διαγνώσεις του φασισμού σε άτομα λόγω υποτιθέμενης ανεπαρκούς ή/και παθολογικής συγκρότησης του ψυχισμού τους. Τι άλλο μπορούν, άλλωστε, να υποδηλώνουν έννοιες όπως ναρκισσισμός, απόλαυση της βίας, άρνηση της σκέψης; 

Σύμφωνα με τέτοιες διαγνώσεις, ένα φαινόμενο όπως ο «φασισμός» δεν συγκροτείται από στοιχεία κοσμοθεωρίας για το πώς (θα 'πρεπε να) είναι η κοινωνία μας, αλλά από στοιχεία «ψυχοσύνθεσης»! Η ευκολία και η συχνότητα με τις οποίες αντικαθίσταται και στον καθημερινό πολιτικό μας λόγο η ερμηνεία των κοινωνικών μας πρακτικών από κάποιες ψυχολογικές έννοιες μάς αναγκάζουν να στοχαστούμε αυτοκριτικά για τις πιθανές πολιτικές και υποκειμενικές λειτουργίες που εξυπηρετεί μια τέτοια «ψυχολογικοποίηση». Αυτή δεν μας φέρνει πιο κοντά στα υποκείμενα και τον «ψυχολογικό τους κόσμο», αντιθέτως μας απομακρύνει από τις πράξεις και τα πιστεύω τους. Η ψυχολογικοποίηση «ντύνει» απλώς την αδυναμία μας να κατανοήσουμε τα κοινωνικά φαινόμενα με δικούς τους όρους με τα όλο και πιο προσφιλή θεωρητικά ρούχα της ψυχολογίας.

Είναι μείζον στοίχημα να μην αφήσουμε το «δέος» και την «αμηχανία» μας μπροστά σε ένα τόσο τερατώδες κοινωνικό φαινόμενο, όπως ο φασισμός, να μας παρασύρουν. Δεν υπάρχει κανένας λόγος να προσθέσουμε στην «πρακτική αδυναμία» μας και μια «γνωστική αδυναμία».

Η ψυχολογικοποίηση, ως αναγωγή κοινωνικών σε ψυχολογικά φαινόμενα, στηρίζεται και στηρίζει μια σειρά από μετατοπίσεις ευθύνης για τα κοινωνικά φαινόμενα, δεν αποτελεί δηλαδή μόνο κάποια θέση σε μια «θεωρητική» συζήτηση, αλλά έχει συνέπειες και λειτουργίες, τόσο υποκειμενικές, όσο και πολιτικές, τόσο για τη «θυμική» μας οικονομία, όσο και για την πολιτική οικονομία. Ας αναφέρουμε μερικές:

Κατ’ αρχάς απαλλάσσει, καθησυχάζει και έτσι απ-ενοχοποιεί τη «φιλήσυχη» κοινωνία (όλους εμάς δηλαδή) από τις ευθύνες, όχι βέβαια για τα εγκλήματα των φασιστών, αλλά για την απολιτικοποίηση των κοινωνικών φαινομένων.


Ενώ δηλώνει ενδιαφέρον για τους ανθρώπους (εξ ου και η στροφή στην ψυχολογία), η ψυχολογικοποίηση, ωστόσο, εξαφανίζει τα πραγματικά υποκείμενα μέσα στο φως τής εξ αποστάσεως διάγνωσης. Αφαιρεί από τα άτομα -τους φασίστες ή τους ψηφοφόρους τους- προθέσεις, οράματα, δηλαδή την πολιτική υπόστασή τους, καθότι συλλαμβάνει τα δρώντα υποκείμενα α-πρόσωπα, μόνο ως «φορείς» κάποιων αποκλινόντων ψυχολογικών χαρακτηριστικών κάποιας υποτιθέμενης ψυχολογικής κανονικότητας.

Με την ψυχολογικοποίηση ακινητοποιούμε και εμάς τους ίδιους ως δρώντα υποκείμενα: Η δυσκολία μας να «δεχτούμε» τον φασισμό ως «αντίπαλο κόσμο» (Γ. Τσιάκαλος, «Εποχή», 22/9/2013) μεταφέρεται σε άλλα υποκείμενα ως δικές τους ψυχολογικές ανεπάρκειες ή παθολογίες. Μετατρέπουμε τη δική μας πολιτική αδυναμία σε φανταστική δύναμη να ελέγχουμε τη γλώσσα για τους άλλους. Εχουμε περιορίσει την ανθρώπινη ικανότητά μας να κατανοούμε και μετασχηματίζουμε τον κόσμο σε δεξιότητα να αστυνομεύουμε γλωσσικά κάποιους άλλους. 


Ο φασισμός δεν είναι το άλλο άκρο κάποιας γραμμής ψυχολογικής κανονικότητας όπου απαιτούνται ειδικοί ψυχολόγοι για να κρίνουν το πότε κάποιος έχει ξεπεράσει τα «όριά» της. Ο φασισμός είναι ένα αντίπαλο πολιτικό πρόταγμα για το πώς (πρέπει να) είναι οργανωμένος ο κόσμος, βασισμένο στην αρχή της ανισότητας των ανθρώπων. Αξίζει εδώ να θυμηθούμε έναν φιλόσοφο της Νέας Ακροδεξιάς, τον Αλέν ντε Μπενουά (Alain de Benoist): «Κατ’ εμέ ο εχθρός δεν είναι η Αριστερά ή ο κομμουνισμός ή ακόμη η ανατροπή, αλλά ακριβώς αυτή η ιδεολογία της ισότητας, της οποίας οι διατυπώσεις, θρησκευτικές ή κοσμικές, μεταφυσικές ή δήθεν επιστημονικές, δεν έπαψαν να ανθούν εδώ και δύο χιλιάδες χρόνια».

Οι υποστηρικτές του φασισμού δεν «πάσχουν» υποχρεωτικά από ψυχολογική ανεπάρκεια, αρρώστια, δεν έχουν οπωσδήποτε περισσότερα προβλήματα (ψυχολογικά, οικονομικά κ.λπ.) από άλλους. Με τις πράξεις τους προβάλλουν και εφαρμόζουν ένα άλλο μοντέλο για τις σχέσεις όλων μας απέναντι σε κοινωνικά ασθενέστερες ομάδες ή άτομα. Περισσότερο «επι»βάλλουν, παρά «προ»βάλλουν άλλου είδους κοινωνικές σχέσεις. Εμείς τι κάνουμε;

…Για τον «εθνικισμό» ως κεντρικό πυλώνα της Νέας Ακροδεξιάς, ειδικά τον «εθνικισμό απ’ τα κάτω» (ως πολιτικό θρήνο) θα πρέπει να μιλήσουμε μια επόμενη φορά.


                            * Διδάσκει Ψυχολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης