Δευτέρα, 11 Ιουνίου 2012

Ερμηνεύοντας τις Εκλογές της 6ης Μάη – Η Διαμόρφωση του Δεξιού Ρεύματος

Tο κείμενο αυτό φιλοδοξούσε να είναι μέρος ενός ευρύτερου κειμένου το οποίο θα καταπιανόταν  με τη διαμόρφωση των κοινωνικών δυνάμεων, μέσα από την εμβάθυνση στα εκλογικά αποτελέσματα της 6ης Μάη. Ωστόσο οι ραγδαίες εξελίξεις μας πρόλαβαν και αυτό δεν είναι πλέον εφικτό, καθότι θα το καθιστούσαν ανεπίκαιρο. Ωστόσο δημοσιεύουμε εδώ το πρώτο κομμάτι, το οποίο είχε γραφτεί και διορθωθεί, σχετικά νωρίς. (το κομμάτι αυτό γράφτηκε μέσα στις πρώτες 10 μέρες μετά την 6η Μάη και δεν λαμβάνει υπόψιν του τις νέες εξελίξεις στο μέτωπο της Δεξιάς).
Ερμηνεύοντας τις εκλογές της 6ης Μάη
Η διαμόρφωση του Δεξιού ρεύματος
Οι εκλογές αφενός εκφράζουν την κοινωνική πόλωση και τον οξυμένο ταξικό αγώνα που διεξάγεται στον ελλαδικό χώρο τα τελευταία 2 χρόνια, αφετέρου όμως ταυτόχρονα ενσωματώνουν τον κοινωνικό ανταγωνισμό και τις ταξικές διαμάχες, με έναν στρεβλό, διαθλασμένο τρόπο,  στις κυρίαρχες θεσμικές/κρατικές μορφές.
Ξεκινώντας θα θέλαμε να σχολιάσουμε τα δύο πιο προφανή και εξόφθαλμα μηνύματα που αποτυπώνονται στο εκλογικό αποτέλεσμα. Το ένα είναι η κρίση της πολιτικής εκπροσώπησης και της σταθερότητας της εναλλαγής των δύο κομμάτων εξουσίας που κατοχυρώθηκε απ’ το ’81 και μετά. Το άλλο είναι η ήττα της μνημονιακής στρατηγικής του κεφαλαίου και η ανάδειξη της σούπας του αντιμνημονιακού ρεύματος.


η κρίση της πολιτικής εκπροσώπησης
Η κρίση της πολιτικής εκπροσώπησης σε εκλογικό επίπεδο εκφράζεται με την καταβαράρθρωση των ποσοστών του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ και την αύξηση εκείνων ενός αντιφατικού μίγματος κομμάτων.
Εκκινώντας από τη δεκαετία του ’60, αλλά κυρίως απ’ το ’74 και μετά, παρακολουθούμε μια διαδικασία πρωτοφανή για τα ελληνικά κοινωνικά πεπραγμένα, αλλά ήδη κατοχυρωμένη στη Δυτική Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική. Μιλάμε για την τεράστια διόγκωση της μεσαίας τάξης και τη μικροαστικοποίηση του ελληνικού προλεταριάτου, με την ταυτόχρονη ενσωμάτωση στις κρατικές μορφές των κοινωνικών αγώνων. Τη δεκαετία του ’90 αυτή η διαδικασία προχωρά ακόμη περισσότερο, όταν το πολυεθνικό προλεταριάτο των μεταναστών εργατών καταλαμβάνει τη βάση της κοινωνικής πυραμίδας και αναβαθμίζει ταξικά το ελληνικό προλεταριάτο. Είναι η εποχή του εκσυγχρονισμού όπου η κοινωνική συμμαχία των μεσαίων και κατώτερων τάξεων με το κεφάλαιο συγκροτείται γύρω από την ιδεολογία της ανάπτυξης, αυστηρά ενσωματωμένη στη συνείδηση αυτών των τάξεων που οριακά ταυτίζονται με αυτήν του καθεστώτος.
Πολιτικά και κοινωνικά κυριαρχεί μια επίσης πρωτοφανής σταθερότητα, όπου η εναλλαγή τις εξουσίας (ΠΑΣΟΚ,ΝΔ) κινούταν με διάφορες παραλλαγές συμφερόντων και εσωτερικών ανταγωνισμών και συγκρούσεων που κυοφορούνταν εντός του ελληνικού προλεταριάτου, της μεσαίας και της αστικής τάξης. Έτσι η μεσαία τάξη και το ελληνικό προλεταριάτο ήταν οι κεντρικοί πυλώνες που προσέφεραν κοινωνική νομιμοποίηση και σταθερότητα στο πολιτικό σύστημα. Προφανώς υπήρχε η στήριξη και η πολιτική, οικονομική και ιδεολογική κυριαρχία της αστικής τάξης, αλλά από μόνη της δεν θα μπορούσε να διασφαλίσει αυτήν την πρωτόγνωρη πολιτική και κοινωνική σταθερότητα που αναπτύχθηκε μετά το 1974, έπειτα από δεκαετίες αιματηρών και ένοπλων ταξικών αγώνων και συγκρούσεων. Από τη δεκαετία του ’90 και έπειτα, με τη σταδιακή μετατόπιση της σοσιαλδημοκρατίας στον σοσιαλφιλελευθερισμό κατοχυρώνεται πλέον η λεγόμενη “τριγωνοποίηση της πολιτικής”. Η διαμόρφωση δηλαδή του “μεσαίου χώρου” ανάμεσα στα παραδοσιακά “άκρα” της Αριστεράς και της Δεξιάς. Ο “μεσαίος χώρος” λοιπόν (με εκλογικούς όρους) δεν είναι παρά η κυριαρχία (με ταξικούς όρους) της μεσαίας τάξης και του ελληνικού προλεταριάτου, στη διαμόρφωση της πολιτικής εκπροσώπησης στην κρατική μηχανή.
Το Μάη του 2010 το ελληνικό κράτος, και με την ενεργή στήριξη των διεθνών ελίτ, επιλέγει να συσπειρωθεί γύρω από τη μνημονιακή στρατηγική ως κεντρική κατεύθυνση για τη διάσωση του χρηματωπιστωτικού κεφαλαίου, τη διαχείριση του δημόσιου χρέους, την αποκατάσταση της κερδοφορίας του κεφαλαίου και την επανασυγκρότηση συνολικότερα των όρων της ταξικής του κυριαρχίας. Αυτή η στρατηγική περνά αναπόφευκτα μέσα από την κατάρρευση της κοινωνικής πυραμίδας όπως τη γνωρίσαμε απ’ το ’74 και μετά. Θα σταθούμε κυρίως σε μια διπλή διαδικασία: στη διάλυση/προλεταριοποίηση (και όχι προφανώς εξαφάνιση) της μεσαίας τάξης και στην ταξική υποβάθμιση του ελληνικού προλεταριάτου στη θέση που κατείχε το πολυεθνικό προλεταριάτο των μεταναστών εργατών. Με αυτήν την έννοια καταρρέουν τα κοινωνικά στηρίγματα των δύο κομμάτων που εναλλάσονταν στην εξουσία τα τελευταία 30 χρόνια.
Έτσι η κοινωνική/ταξική κατάρρευση της μεσαίας τάξης και του ελληνικού προλεταριάτου οδηγούν, σε πολιτικό επίπεδο, στη διάλυση του μεσαίου χώρου και στην απόσυρση της στήριξης/νομιμοποίησης που μέχρι πρότινος έδιναν οι δύο αυτές τάξεις σε ΠΑΣΟΚ και ΝΔ, στους κύριους πολιτικούς εκφραστές τους δηλαδή. Είναι σαφές πως σε αυτήν την απονομιμοποίηση προφανώς και συνέβαλαν πλήθος άλλων παραγόντων, όπως π.χ. οι κοινωνικοί αγώνες της τελευταίας περιόδου, αλλά θέλαμε περισσότερο να σταθούμε σε μια κοινωνική ερμηνεία της υλικής βάσης της κατάρρευσης ΠΑΣΟΚ και ΝΔ.
η ήττα της μνημονιακής στρατηγικής και η ανάδυση του αντιμνημοιακού εθνοπατριωτισμού
Αυτό όμως το οποίο αποτυπώνεται ως κεντρικό ζήτημα στα εκλογικά αποτελέσματα είναι η καθολική ήττα της μνημονιακής στρατηγικής. Η αποτυχία δηλαδή τόσο των μέχρι πρότινος κυρίαρχων κομμάτων εξουσίας όσο και της αστικής τάξης να πείσει ότι το μνημόνιο αποτελεί την κατεύθυνση για το ξεπέρασμα της κρίσης και την επιστροφή του έθνους στην ομαλότητα. Εδώ να σημειώσουμε παρενθετικά πως η διαπίστωση της ήττας της μνημονιακής στρατηγικής αφορά κυρίως τις συνειδήσεις των μεσαίων και κατώτερων τάξεων. Σε ένα άλλο επίπεδο η μνημονιακή στρατηγική αποτελεί επίσης πεδίο συγκρούσεων στον εσωτερικού ανταγωνισμό μεταξύ τμημάτων του κεφαλαίου και το ποια επωφελούνται από αυτήν (πχ χρηματοπιστωτικό, βιομηχανικό, τουριστικό κεφάλαιο κτλ). Αυτή η ήττα οδηγεί στην ανάδυση του άκρως αντιφατικού και ετερόκλητου ρεύματος του αντιμνημονιακού εθνοπατριωτισμού. Ενός ρεύματος που βάζει ως κεντρικό ζήτημα τη διαμάχη γύρω από τη διαχείριση της κρίσης ενός έθνους και όχι την αντίσταση σε μια ταξική επίθεση του κεφαλαίου. Κι αυτό γίνεται μέσα από την αναγνώριση ως υπεύθυνων της κρίσης αφενός των προδοτών πολιτικών του δικομματισμού και αφετέρου των ξένων δυνάμεων (ΕΕ, γερμανοί, δανειστές κτλ) που όλοι μαζί συντάσσονται πίσω από το μνημόνιο. Το δίπολο μνημόνιο-αντιμνημόνιο, ως κεντρική ερμηνεία για τα αίτια της κρίσης (μνημόνιο) και τη λύση για την αντιμετώπισή της (αντιμνημόνιο), εκφράζει τη στρεβλή αντίληψη που έχουν ευρύτερα κοινωνικά κομμάτια για τον ταξικό αγώνα, ενώ θέτει τεράστια ζητήματα στο ανταγωνιστικό κίνημα για την κατεύθυνση που θα πάρουν στο μέλλον οι κοινωνικοί αγώνες.
Το αντιμνημονιακό ρεύμα όμως δεν είναι παρά μια σούπα μέσα στην οποία εκφράζονται διαφορετικές τάξεις, συμφέροντα και επιδιώξεις. Στον αντίποδα επομένως των περισσότερων αναλύσεων που κυκλοφορούν για τις εκλογές, αυτό που αναδεικνύεται δεν είναι μια αριστερή στροφή της κοινωνίας.  Αντιθετως οι φυγόκεντρες δυνάμεις που αναπτύσσονται με την κατάρρευση των δύο κομμάτων εξουσίας, δεν εκφράζονται μόνο από μια “αριστερή στροφή της κοινωνίας” (όπως κάποιοι θα ήθελαν), αλλά με όρους πόλωσης, παράγοντας ένα ετερόκλητο και αντιφατικό μείγμα πολιτικών κατευθύνσεων, που εμπεριέχει και “δεξιά στροφή”. Που όμως και πάλι στο εσωτερικό των δεξιών και αριστερών εκφάνσεων του αντιμνημονιακού ρεύματος κυριαρχούν συγκρούσεις, διαφορετικές επιδιώξεις και συμφέροντα.
Μετά από αυτήν την πρόχειρη εισαγωγή θα προσπαθήσουμε να αναλύσουμε πώς διαμορφώνεται η Δεξιά στον ελλαδικό χώρο σήμερα, όχι τόσο ως εκλογική δύναμη, αλλά κυρίως ως κοινωνική και ιδεολογική δύναμη.
το Δεξιό ρεύμα και οι εκφάνσεις του
Με μια πρόχειρη ματιά στα εκλογικά ποσοστά βλέπουμε ότι πρώτον η Δεξιά και οι αντιλήψεις/αξίες της, και όχι η Αριστερά, κυριαρχούν στο σώμα της κοινωνίας, και δεύτερον ότι είναι εξαιρετικά πολυδιασπασμένη και αντιφατική.
Ενδεικτικά, και πιο κραυγαλέα, η εθνικιστική και φασιστική Δεξιά (Ανεξάρτητοι Έλληνες-10,6%, Χρυσή Αυγή-7%, ΛΑΟΣ-2,9%, Σύνδεσμος Εθνικής Ενότητας-0,60%) συγκεντρώνουν ένα ποσοστό γύρω στο 21% με περίπου 1.330.00 ψηφοφόρους. Η λαϊκή και φιλελεύθερη Δεξιά (ΝΔ-18,85%, ΔΗΣΥ-2,55%, Δημιουργία Ξανά-2,15%, Δράση-1,80%, Κόμμα Φιλελευθέρων-0,06%) συγκεντρώνει 25% με 1.600.000 ψήφους. Επομένως το Δεξιό ρεύμα στην κοινωνία εκλογικά (απ’ όσους ψηφίσανε) φτάνει το 46% με περίπου 3.000.000 ψηφορόρους. Το σώμα όμως αυτό των ψηφοφόρων της Δεξιάς διχάζεται γύρω από το κεντρικό ζήτημα του μνημονίου-αντιμνημονίου.
Παρακάτω θα επιχειρήσουμε απλώς να περιγράψουμε, και όχι να προσδιορίσουμε επακριβώς, τους κεντρικούς πυρήνες της κοινωνικής/ταξικής βάσης των επιμέρους τάσεων που συγκροτούν το Δεξιό ρεύμα σήμερα.
η μνημονιακή Δεξιά (λαϊκή και φιλελεύθερη)
Η Νέα Δημοκρατία είναι ο βασικός πυλώνας της μνημονιακής Δεξιάς. Εκφράζει και συσπειρώνει μάλλον περισσότερο, ευρύτερα τμήματα της αστικής τάξης, επιχειρηματιών, εφοπλιστών, τραπεζιτών, εμπόρων και γενικότερα εργοδοτών που αναγνωρίζουν πρώτον τη χρησιμότητα της μνημονιακής στρατηγικής για τα συμφέροντά τους και δεύτερον εμμένουν σε μια διεθνοποιημένη αντίληψη της αγοράς και της επιχειρηματικότητας (που εκφράζεται μέσα από το αίτημα για παραμονή στο ευρώ και την ΕΕ). Ταυτόχρονα μέσα από τη ΝΔ εκφράζονται και κομμάτια των κρατικοδίαιτων υψηλών και μεσαίων κλιμακίων του κρατικού μηχανσμού (δημόσιοι υπάλληλοι, στρατιωτικοί, μπάτσοι) που δεν έχουν ακόμα ή δεν πρόκειται να απειληθούν από το μνημόνιο και προσβλέπουν σε διατήρηση των συμφερόντων και της θέσης τους μέσα στο νέο περιβάλλον. Τέλος υπάρχουν και μεγάλα τμήματα αγροτών που παραμένουν προσδεδεμένα στη ΝΔ, κατά πάσα πιθανότητα ως αποτέλεσμα των ισχυρών πελατειακών σχέσεων που διατηρούνται ακόμα στην ύπαιθρο, εκεί όπου η σημασία των οικογενειακών, συγγενικών και φιλικών σχέσεων και δικτύων έχουν μια μεγαλύτερη στιβαρότητα απ’ ότι στην πόλη.
Η φιλελεύθερη Δεξιά (Ντόρα, Μάνος, Κόμμα Φιλελεύθερων, Δημιουργία Ξανά) εκφράζει κυρίως κομμάτια που μένουν πιστά σε μια “δυτικού” τύπου φιλελεύθερη αγορά. Δηλαδή μεγάλους και μεσαίους επιχειρηματιες, εμπόρους και ελεύθερους επαγγελματίες, αλλά και νέους trendy καριερίστες που επίσης συντάσσονται ανοιχτά με τη μνημονιακή στρατηγική στην κατεύθυνση της ενίσχυση της αγοράς και του “λιγότερου κράτους”. Να σημειώσουμε εδώ απλώς ότι η (νεο)φιλελεύθερη Δεξιά ιστορικά στην ελλάδα δεν μπόρεσε ποτέ να συγκροτηθεί ως ισχυρό κοινωνικό ρεύμα, πόσο μάλλον να αποκτήσει ισχυρή πολιτική εκπροσώπηση. Ο νεοφιλελευθερισμός στην ελλάδα προφανώς και προχώρησε, αλλά όχι στην παραδοσιακή αγγλική της εκδοχή, της καθαρής και ανελέητης επιχειρηματικότητας.
η αντιμνημονιακή Δεξιά (φασιστική και εθνικιστική)
Εδώ πρέπει να διευκρινήσουμε ότι προφανώς και δε μιλάμε για αντίθεση των αντιμνημονιακών Δεξιών στο μνημόνιο από την πτυχή των μέτρων εξαθλίωσης που αυτό προϋποθέτει. Ούτε βέβαια θέτουν ζήτημα ταξικής επίθεσης και έντασης της εκμετάλλευσης. Όλοι οι τάσεις της αντιμνημονιακής Δεξιάς, ευχαρίστως θα έπαιρναν μέτρα εξαθλίωσης “για το νοικοκύρεμα του ελληνικού έθνους”, η κάθε μια με τις ιδιαιτερότητές της. Αυτό το οποίο θέτουν ως κεντρικό σχετικά με το μνημόνιο είναι η πτυχή της “εθνικής υποδούλωσης και υποτέλειας”, όπως την ονομάζουν. Τα όποια ψήγματα στο λόγο τους για εξαθλίωση του λαού κτλ, έχουν να κάνουν όχι με τα ίδια τα μέτρα, αλλά με το γεγονός ότι “μας τα επιβάλλουν οι ξένοι, οι εχθροί του έθνους”.
Με βάση αυτήν την παραδοχή λοιπόν οι Ανεξάρτητοι Έλληνες του Καμμένου εκφράζουν ενδεχομένως τμήματα της αστικής τάξης και ανθρώπων της αγοράς που έχουν μια εθνικιστική αντίληψη της οικονομίας και της πολιτικής, ποντάροντας στην έξοδο από το ευρώ και την ΕΕ και στα αντίστοιχα οφέλη που μπορεί να έχουν. Επίσης καταφέρνει να συσπειρώνει ευρύτερα τμήματα της μεσαίας τάξης και του μικροαστικοποιημένου ελληνικού προλεταριάτου, που έχοντας καλλιεργημένο τον εθνικισμό και το ρατσισμό στη συνείδησή τους και έχοντας γαλουχηθεί με την καταναλωτική φρενίτιδα της δεκαετίας του ’90 και τα αντίστοιχα κρατικά ανταλλάγματα μέσα από τις πελατειακές σχέσεις, βρίσκουν μια διέξοδο πολιτικής εκπροσώπησης εκτός ΠΑΣΟΚ, ΝΔ. Τέλος οι Ανεξάρτητοι Έλληνες έχουν το ιδιαίτερο προσόν να μαζεύουν και κάποιους “καλλιτέχνες” που διασκέδαζαν το λαουτζίκο στους καιρούς της ευμηρίας. Θα μπορούσαμε να πούμε πώς μέσα από τον Καμμένο εκφράζονται κάποια από τα τμήματα της ελληνικής κοινωνίας που τη δεκαετία του ’90 και του ’00, χόρευαν στα πάλκα και έσπαγαν πιάτα, πανηγύριζαν για το γιούρο, τους ολυμπιακούς και την παπαρίζου, πατούσαν με άνεση πάνω στα σώματα των μεταναστών και η μόνη αντίσταση που γνώριζαν ήταν αυτή κατά των σκοπίων και των ταυτοτήτων.
Η Χρυσή Αυγή διαθέτει χοντρικά τρία τμήματα ψηφοφόρων. Το πρώτο είναι ο σκληρός πυρήνας τμημάτων του κρατικού μηχανισμού, τα οποία βλέποντας ότι ο τελευταίος δεν μπορεί να εκφράσει τα συμφέροντά τους στρέφονται σε πιο επιθετικές, ρατσιστικές, εθνικιστικές και φασιστικές λογικές. Αποσύρουν και αυτοί τη νομιμοποίησή τους από τα παραδοσιακά ρουσφετολογικά πολιτικά τους στηρίγματα. Κύρια απαίτησή τους είναι η διατήρηση των θέσεών τους, αλλά κυρίως η ενίσχυση και αποκατάσταση του κρατικού μηχανισμού, η αυταρχικοποίησή του και μια πιο αποφασιστική στάση απέναντι σε κοινωνικές/εργατικές αναταραχές και γενικότερα σε ζητήματα ασφάλειας και μεταναστευτικού. Μιλάμε βέβαια για μπάτσους και στρατιωτικούς, αλλά και για αγανακτισμένους δημοσίους υπαλλήλους που θεωρούν ότι θα πρέπει “να δοθεί ένα μάθημα στους προδότες πολιτικούς που διέλυσαν την πατρίδα, στους κουκουλοφόρους και στους λαθρομετανάστες”. 
Το δεύτερο μέρος των ψηφοφόρων της ΧΑ είναι κομμάτια πανικόβλητων μικροαστών που απαιτούν πρώτον  τιμωρία των “προδοτών πολιτικών” για την κατάρρευση της θέσης και την απώλεια των συμφερόντων τους και δεύτερον επιθετικά ρατσιστική και σχεδόν ανοιχτά φασιστική αντιμετώπιση των μεταναστών και επιβολή του νόμου και της τάξης. Ταυτόχρονα τη στηρίζουν και κομμάτια της προλεταριοποιημένης νεολαίας που βλέπουν στη ΧΑ κατά βάση “δύναμη, πυγμή και αποφασιστικότητα”, ενώ έχουν γαλουχηθεί όλα αυτά τα χρόνια με τον εθνικισμό και το ρατσισμό της μικροαστικής ελληνικής οικογένειας. Κατά τρίτον γύρω από τη ΧΑ, συσπειρώνονται και τμήματα της μαφίας, του μαύρου χρήματος, των τοκογλύφων και των σωματεμπόρων που ευελπιστούν σε οφέλη από την ανάπτυξη παρακρατικού μηχανισμού από τη Χρυσή Αυγή και την κάλυψη που μπορεί εκείνη να τους δώσει στις κερδοφόρες επιχερηματικές τους δραστηριότητες.
Η Χρυσή Αυγή λοιπόν εκφράζει απ’ τη μια τους παρακρατικούς μηχανισμούς και τα φασιστικά κομμάτια του κρατικού μηχανισμού και απ’ την άλλη τις τάσεις εκφασισμού και κοινωνικού κανιβαλισμού της ελληνικής κοινωνίας. Το πρόβλημα με τη Χρυσή Αυγή, και όσον αφορά τους υποστηρικτές της, δεν είναι τόσο η διαπίστωση ότι κομμάτια του κρατικού μηχανισμού και της οικονομίας του εγκλήματος εκφράζονται πολιτικά με μια ανοιχτά φασιστική-νεοναζιστική στροφή, πράγμα το οποίο από μόνο του θα διατηρήσει το κύριο χαρακτηριστικό της ΧΑ ως παρακρατική συμμορία. Το πρόβλημα είναι το ενδεχόμενο να αποκτήσει ο φασισμός κοινωνική νομιμοποίηση μέσα από την αποδοχή της ΧΑ εκτός κράτους και παρακράτους, δηλαδή στο σώμα της κοινωνίας. Η Χρυσή Αυγή είναι ο πολιορκητικός κριός του εθνικιστικού κεφαλαίου και των μαφιόζικων μηχανισμών του παρακράτους, που σε μια συμμαχία με τα πιο συντηρητικά κατακάθια των εκφασισμένων μικροαστών και προλετάριων θα αποτελέσουν την πολεμική μηχανή για την εθνική επανασυγκρότηση του ελληνικού κράτους.
 η πολυδιάσπαση του Δεξιού ρεύματος και οι διέξοδοι
Ενώ η Δεξιά συγκροτεί ένα πλειοψηφικό ρεύμα εντός της κοινωνίας, εμφανίζεται πολυδιασπασμένη, αποδιοργανωμένη και ανίκανη να συγκροτηθεί μέχρι στιγμής ως κοινωνική δύναμη που θα είναι ικανή σε επίπεδο πολιτικής να διαχειριστεί το κράτος και το έθνος. Μιλάμε επομένως για πολιτική αδυναμία της Δεξιάς και όχι για κοινωνική, πόσο μάλλον ιδεολογική αδυναμία. Αντιθέτως οι Δεξιές αξίες και αντιλήψεις κυριαρχούν ιδεολογικά, ενώ κοινωνικά διαποτίζουν μεγάλα κομμάτια του πλυθησμού σε πλήθος τάξεων από τη βάση ως την κορυφή της κοινωνικής πυραμίδας. Ο βασικός λόγος για την αδυναμία της πολιτικής συγκρότησης της Δεξιάς έχει να κάνει όχι με ιδεολογικές διαφοροποιήσεις εντός της, αλλά με εσωτερικές συγκρούσεις ταξικών συμφερόντων και ζητήματα στρατηγικής, κεντρικός άξονας της οποίας είναι η μνημονιακή στρατηγική. Έτσι το Δεξιό ρεύμα διχάζεται γύρω από τη στρατηγική επιλογή του μνημονίου και δημιουργεί το αντιφατικό μείγμα μνημονιακών και αντιμνημονιακών, το οποίο μπορούμε να πούμε ότι προσδιορίζεται και ταξικά, όπως έγινε προσπάθεια να αναλυθεί παραπάνω, ενώ εκφράζει και τους εσωτερικούς ανταγωνισμούς των διαφόρων τμημάτων του κεφαλαίου. Ας μην αυταπατάται κανείς λοιπόν από την πολιτική αδυναμία της Δεξιάς. Κι ας μην αυταπατάται κανείς ότι θα μείνει πολυδιασπασμένη. Ήδη κινούνται διεργασίες συνεργασιών. Είναι σίγουρο ότι η Δεξιά θα ανασυγκροτηθεί προσπαθώντας να αποκαταστήσει την πολιτική της ικανότητα και αξιοπιστία για διακυβέρνηση και διαχείριση της κρίσης.
η Δεξιά Λύση της Καθεστωτικής διαχείρισης
Θα προσπαθήσουμε τώρα να διερευνήσουμε τις κεντρικές γενικές κατευθύνσεις πάνω στις οποίες κινούνται η μνημονιακή και η αντιμνημονιακή Δεξιά ως προς τη διαχείριση της κρίσης.
Η μνημονιακή Δεξιά κλίνει προς μια διεθνοποιημένη αντίληψη της αγοράς, σε μια προσπάθεια να διασωθούν τα τμήματα εκείνα του ελληνικού κεφαλαίου που επωφελούνται από την ένταξη του ελληνικού κράτους στους διεθνείς οργανισμούς, την πρόσδεσή του στο καπιταλιστικό μπλοκ της ΕΕ και το νόμισμα του ευρώ. Η λύση που ανιχνεύει επομένως γίνεται σε συνεργασία με τους εταίρους του ελληνικού κράτους στους διεθνείς οργανισμούς και το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο (ντόπιο και ξένο).
Αντιθέτως η αντιμνημονιακή Δεξιά αποσκοπεί στο να γύρει την πλάστιγγα περισσότερο προς όφελος του ελληνικού κράτους, με μια εθνική υπαναχώρηση/περιχαράκωση σε πολιτικό και οικονομικό επίπεδο. Σε πολιτικό επίπεδο δηλαδή μέσα από μια “χαλάρωση”, ίσως και απεγκλωβισμό, από τους “ασφυκτικούς πολιτικούς δεσμούς που δένουν χειροπόδαρα το έθνος” με τις διεθνείς ελίτ, θέλοντας τον πρώτο λόγο για τα του εθνικού οίκου να τον έχει “όχι η μέρκελ, αλλά οι έλληνες εθνικόφρωνες πολιτικοί”. Σε οικονομικό επίπεδο αυτό σημαίνει επίσης μια ενίσχυση των τμημάτων εκείνων του ελληνικού κεφαλαίου που θα επωφελούνται από μια εθνικιστική οικονομική πολιτική και εις βάρος του χρηματοπιστωτκού κεφαλαίου.
Η συζήτηση λοιπόν και ο εσωτερικός ανταγωνισμός αντιλήψεων εντός του Δεξιού ρεύματος έχει να κάνει πρώτον, σε οικονομικό επίπεδο, με τη θέση του ελληνικού κεφαλαίου στο πεδίο του  διεθνοποιημένου ανταγωνισμού και, τη σχέση του με τα ξένα κεφάλαια και κυρίως με το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο (ντόπιο και ξένο). Κι αυτό αφορά επίσης τους εσωτερικούς ανταγωνισμούς των διαφόρων τμημάτων του ελληνιού κεφαλαίου, για το ποια τμήματά του θα επικρατήσουν ανάλογα με τη γενική τους κατεύθυνση (εθνική ή διεθνής). Δεύτερον, σε πολιτικό επίπεδο, έχει να κάνει με τη θέση του ελληνικού κράτους ως προς την άσκηση της πολιτικής τόσο μέσα στους διεθνείς οργανισμούς, όσο κυρίως για το ποιος θα έχει τον πρώτο λόγο για τη διαχείριση της κρίσης εντός του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού.  Επομένως μιλάμε κυρίως για εσωτερικούς ανταγωνισμούς του κεφαλαίου και της κυρίαρχης πολιτικής τάξης. Ανταγωνισμοί που συνυφαίνονται με τα συμφέροντα και τις επιδιώξεις των μεσαίων και κατώτερων τάξεων, σε μια προσπάθεια να ενσωματωθούν οι επιδιώξεις τους στην κρατική διαχείριση.
Γιατί όμως αυτή η συζήτηση έχει καταστεί κεντρική στον κυρίαρχο πολιτικό διάλογο, διαποτίζοντας όλη τη δημόσια κοινωνική συζήτηση και επηρεάζοντας τα πολιτικά περιεχόμενα των αγώνων και του κινήματος, βάζοντας ως κομβικό το δίπολο μνημόνιο-αντιμνημόνιο; Το ελληνικό κράτος κυρίως τα τελευταία 20 χρόνια συμμετείχε ενεργά στο καπιταλιστικό μπλοκ του οικονομικού και πολιτικού σχηματισμού της ΕΕ και του Ευρώ. Ας μην ξεχνάμε την κυριαρχική οικονομική επέκταση σε βαλκάνια και τουρκία, αλλά και την ενεργή συμμετοχή του με στρατεύματα σε πλήθος χωρών, προς άμεση στήριξη της επιθετικής πολιτικής της ΕΕ με τα αντίστοιχα οφέλη. Η κρίση του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού είναι κομμάτι της παγκόσμιας καπιταλιστικής κρίσης και αφορά ταυτόχρονα πλήθος ευρωπαϊκών κρατών που επίσης συμμετέχουν στην ΕΕ. Η κρίση όμως του ελληνικού κράτους έχει τη διαφορά να είναι ιδιαίτερα οξυμένη, εξαιρετικά δύσκολα διαχειρίσιμη, ενώ έχει και το επικίνδυνο προσόν να έρχεται αντιμέτωπη και με ένα αρκετά απρόβλεπτο, μαχητικό και δύσκολα χειραγωγίσιμο πλήθος εργατικών/κοινωνικών αγώνων και αναταραχών, που συνταρράσει την ομαλότητα του πολιτικού συστήματος δαχείρισης, κάνοντας ακόμη πιο δύσκολη την εύρεση λύσης. Μια ενδεχόμενη κατάρρευση του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού -οικονομική/πολιτική- θα προκαλέσει ανυπέρβλητα ρήγματα στο καπιταλιστικό μπλοκ της ΕΕ και διάρρηξη της πολιτικής και οικονομικής της αξιοπιστίας ως μια από τις δυνάμεις του παγκόσμιου καπιταλισμού. Το εύρος και το βάθος της αλληλεξάρτησης που προϋποθέτει η διεθνοποιημένη οικονομία έχει κάνει ιδιαίτερα σημαντική οποιαδήποτε διατάραξη ακόμη και του πιο “μικρού” και “ασήμαντου” κρίκου της.
Ξαναγυρνώντας τώρα στο Δεξιό ρεύμα, πέρα από το διχασμό που τη χαρακτηρίζει γύρω από ζητήματα εσωτερικών ανταγωνισμών στα κυρίαρχα οικονομικά και πολιτικά πεδία, υπάρχει κάτι που την ενοποιεί. Αυτό είναι αφενός η κεντρική ιδεολογική πλατφόρμα που διαμορφώνει και αφετέρου η αντίληψη που έχει για το πώς θα διαχειριστεί το κοινωνικό σώμα όταν καταφέρει να πιάσει το τιμόνι του κρατικού μηχανισμού. Έτσι είτε με μια διαχείριση “ευρωπαϊκού”/διεθνούς προσανατολισμού είτε με μια υπαναχώρηση και εθνική περιχαράκωση, αυτό που θα έχει να αντιμετωπίσει τόσο το ανταγωνιστικό κίνημα, όσο και ευρύτερα κομμάτια του κοινωνικού σώματος θα είναι το ίδιο.
Μιλώντας για τη μνημονιακή Δεξιά το κύριο στοίχημα γι’ αυτήν είναι πώς θα καταφέρει να επανακαθορίσει τη στρατηγική της ώστε να συνθέσει τη μνημονιακή στρατηγική με τις άλλες δεξιές αντιμνημονιακές τάσεις. Πώς θα καταφέρει δηλαδή να εξασφαλίσει τη στήριξη της αστικής τάξης εμμένοντας στην ταξική στρατηγική του μνημονίου και ταυτόχρονα να διασφαλίσει τη στήριξη των αντιμνημονιακών τάσεων που καταφέρνουν να συσπειρώνουν κομμάτια που προέρχονται από τις μεσαίες και κατώτερες τάξεις. Χωρίς αυτή τη σύνθεση η μνημονιακή Δεξιά δεν θα διεθέτει την ευρύτερη κοινωνική νομιμοποίηση που μπορούν να της προσφέρουν οι μεσαίες και κατώτερες τάξεις για να διαχειριστεί την κρατική μηχανή και να πάρει τα ηνία του έθνους.
Για την αντιμνημονιακή Δεξιά το ερώτημα είναι περίπου το ανάποδο. Πώς θα καταφέρει δηλαδή να διατηρήσει τους δεσμούς και τη νομιμοποίηση που αντλεί από κομμάτια της μεσαίας τάξης και του ελληνικού προλεταριάτου και να συπσειρώσει ευρύτερα κομμάτια της αστικής τάξης πείθοντάς τα ότι η γενική στρατηγική της μπορεί να εξυπηρετήσει τα συμφέροντά τους, μέσα από μια εθνικιστική πολιτική/οικονομική κατεύθυνση.
Και στις δύο περιπτώσεις χρειάζεται μια επαναδιαπραγμάτευση, της μνημονιακής στρατηγικής. Για ποιο είδος επαναδιαπραγμάτευσης μιλάμε, ποιες πτυχές, με ποιους όρους, αν θα αφορά μικρές ή ευρύτερες πτυχές της μνημονιακής στρατηγικής, εξαρτάται από πλήθος παραγόντων. Όπως και να ‘χει η Δεξιά θα κινηθεί σε μια κατεύθυνση αυταρχικοποίησης του κράτους και έντασης/ενσωμάτωσης φασιστικών, εθνικιστικών και ρατσιστικών αντιλήψεων και πρακτικών σε ζητήματα ασφάλειας, εγκληματικότητας, μεταναστευτικού, νόμου και τάξης και αντιμετώπισης αριστερόστροφων κοινωνικών και εργατικών ταραχών. Θα εμφανίζεται ως η μόνη δύναμη επιβολής της νομιμοφροσύνης. Από τη στιγμή που η κοινωνική πόλωση και σύγκρουση θα οξύνεται, σε επίπεδο λόγου η Δεξιά θα εμφανίζεται ως η πολιτική εκπροσώπηση εκείνων των τμημάτων απ’ όλες τις τάξεις που θα συνταχθούν και θα αναγνωρίζουν τη Δεξιά λύση διαχείρισης ως τη μόνη αξιόπιστη. Θα απευθύνεται διαταξικά σε όλους τους νομιμόφρονες εθνοπατριώτες. Είναι σίγουρο ότι θα σπάσει η απολίτικη, απο-ιδεολογικοποιημένη μεταπολιτευτική απεύθυνση στο εθνικό ακροατήριο των “Ελληνίδων και των Ελλήνων”. Έτσι, θα απευθύνεται μεν διαταξικά, αλλά ιδεολογικά φορτισμένα. Είναι υποχρεωτικό για τη Δεξιά να συγκροτήσει πλέον τις δυνάμεις της, το λόγο και της πρακτικές της με πολεμικούς όρους. Η συγκρότηση όμως της ιδεολογικής της πλατφόρμας, με μια μετατόπιση από το λαϊκισμό σε ανοιχτά ρατσιστικές και φασιστικές παρεκκλίσεις, προϋποθέτει ένα πράγμα: να εντάξει στο λόγο της και στην πολεμική της πρακτική την αναγνώριση ενός εσωτερικού εχθρού. Αυτός ο εχθρός θα είναι σε κεντρικό πολιτικό επίπεδο η τα κόμματα της Αριστεράς, αλλά πιο ουσιαστικά το ανταγωνιστικό κίνημα, οι απεργίες και οι αναταραχές, το φάντασμα μιας γενικευμένης και παρατεταμένης κοινωνικής εξέγερσης. Ο εσωτερικός εχθρός θα κατηγορείται ως εκείνος που θέλει να αποσταθεροποιήσει τη δημοκρατία, να διαταράξει τη συνοχή του έθνους. 
Ο αντι-αριστερός, αντι-αναρχικός, ευρύτερα “αντι-κινηματικός” λόγος θα ενταθεί και θα καταστεί κεντρικός στο πολιτικό λεξιλόγιο της Δεξιάς. Θα υπάρξει καθολική επίθεση στο ρεύμα των αριστερών, αναρχικών ανταγωνιστικών αντιλήψεων, πρακτικών και αξιών. Αυτό είναι το σημείο το οποίο μπορεί να συσπειρώσει όλο το Δεξιό ρεύμα (και όχι μόνο). Κι όταν λέμε με πολεμικούς όρους εννοούμε ότι η πολιτική που θα ασκείται και ο δημόσιος λόγος θα πραγματώνονται ως επίθεση ενός κομματιού της κοινωνίας -όσους συσπειρώνονται γύρω από την Τάξη και την Εθνικοφροσύνη- απέναντι σε όσους την αντιμάχονται. Σε υλικό κοινωνικό επίπεδο και από τη στιγμή που η Δεξιά θα συγκροτείται με πολεμικούς όρους κοινωνικής πόλωσης θα πρέπει να προσφέρει ανταλλάγματα στην κοινωνική της βάσης. Αυτό μπορεί να γίνει αφενός μέσω ενός ελέγχου του κρατικού και παρακρατικού μηχανισμού και προσφοράς πόστων στην κατώτερη τάξη και αφετέρου μέσα από την ανοιχτή, κατασταλτική υπεράσπιση της επιχειρηματικότητας και της ιδιοκτησίας, προσδένοντας και τη μεσαία τάξη, απέναντι σε κάθε εργατική και κοινωνική αναταραχή/απεργία. Αυτό θα συγκροτήσει μια εσωτερική πολεμική μηχανή, με υψηλό βαθμό ενσωμάτωσης της κοινωνικής βάσης της Δεξιάς, απέναντι σε κάθε ταραξία και αποσταθεροποιητή της Δημοκρατίας.
ο ρόλος της Χρυσής Αυγής
Εδώ θα χρειαστεί να κάνουμε μια ιδιαίτερη αναφορά στο ρόλο που ενδεχομένως θα παίξει η Χρυσή Αυγή μετά την είσοδό της στο κοινοβούλιο.
α. Η Χρυσή Αυγή, και από τη στιγμή που έχει πλέον θεσμική πρόσβαση στον κρατικό μηχανισμό,  θα προσπαθήσει όχι μόνο να ενισχύσει ιδεολογικά την επιρροή της, αλλά κυρίως να ελέγξει οργανωτικά κομμάτια του κρατικού μηχανισμού και κυρίως στα σώματα ασφαλείας -στα οποία διαθέτει ήδη μια τεράστια πολιτική νομιμοποίηση με 1 στους 2 μπάτσους να τη στηρίζουν από όσους ψήφισαν. Παράλληλα θα αποσκοπεί στο χτίσιμο και στην αναβάθμιση του ρόλου των παρακρατικών μηχανισμών -όντας έτσι κι αλλιώς ένας από αυτούς.
β. Ακριβώς επειδή δεν διαθέτει ισχυρές οργανώσεις βάσεις -τις οποίες όμως έχει ήδη αρχίσει να στήνει με τρομερή ταχύτητα ιδιαίτερα στην επαρχία- θα χρησιμοποιήσει την πολιτική νομιμοποίηση που διαθέτει μέσω της κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης ώστε να γεφυρώσει το τεράστιο χάσμα μεταξύ της μικρής της οργανωτικής βάσης και της μεγάλης εκλογικής δύναμης. Θα ενισχύσει τη δράση της όπου έχει ήδη κάποιες δομές και θα φτιάξει καινούριες όπου μέχρι τώρα δεν μπορούσε. Κι αυτό είτε ως “κοινοβουλευτικό κόμμα”, με την ανοιχτή και νόμιμη πλέον βοήθεια των μπάτσων είτε με την ένταση των φασιστικών επιθέσεων.
γ. Ειδικότερα σε σχέση με την κρατική χρηματοδότηση που θα λάβει και τις βουλευτικές αποζημιώσεις θα προσπαθήσει να αναπτύξει κοινωνικές σχέσεις φτιάχνωντας δομές “κοινωνικής πρόνοιας”. Αν θεωρήσουμε ότι στον Άγιο Παντελεήμονα προσέφεραν -με όρους μαφίας, νταβαντζιλικιού, ρουσφετιού, ρατσισμού και ολοκληρωτισμού- κοινωνικές υπηρεσίες σε ζητήματα ασφάλειας, μπορεί στο μέλλον να δούμε π.χ. ιατρεία και συσσίτια για τους προλεταριοποιημένους έλληνες μικροαστούς.
δ. Είναι πέρα για πέρα προφανές ότι κύριο έργο που θα επιτελέσει -πράγμα που το κάνει από ύπαρξής της- θα είναι το χτύπημα του ανταγωνιστικού κινήματος με όρους πεζοδρομίου. Κατά πάσα πιθανότητα δεν θα το κάνει παντού και πάντα και χωρίς όρους, αλλά μάλλον σε στιγμές π.χ. κάποια απεργία, ενάντια στην οποία θα έχει ήδη καλλιεργηθεί η κοινωνική απονομιμοποίησή της μέσα από τα media και τον καθεστωτικό λόγο ή ενάντια σε μια “αριστερόστροφη” κοινωνική εξέγερση είτε δίπλα στους μπάτσους, είτε κινητοποιώντας τη βάση της -αν έχει καταφέρει να τη μαζικοποιήσει.
Αν αυτοί μπορεί να είναι οι άμεσοι στόχοι της ΧΑ, ο γενικός στρατηγικός της στόχος είναι να αποτελέσει την πολεμική παραστρατωτική εμπροσθοφυλακή υπεράσπισης της ομαλότητας του συστήματος απέναντι σε μια εκτεταμένη κοινωνική εξέγερση και τον βραχίονα επιβολής της τάξης και των μέτρων αναδιάρθρωσης στην περίπτωση της εθνικής περιχαράκωσης και ανασυγκρότησης.
Αναφορικά τώρα με τη στάση των υπόλοιπων δυνάμεων της εξουσίας απέναντι στη ΧΑ, μπορούμε να αναφερθούμε σε δύο κεντρικά στοιχεία. Πρώτον, η ΧΑ θα αποτελεί, τουλάχιστον για κάποιο καιρό, την υπενθύμιση της αναγκαιότητας της Δημοκρατίας, το αναγκαίο άλλοθι για την ενίσχυση και αποκατάσταση του καθεστώτος χωρίς ακρότητες, την προσπάθεια μπροστά στον κίνδυνο των άκρων να εμπιστευτούν οι πολίτες τη διακυβέρνησή τους σε υπεύθυνες δυνάμεις. Αυτή η ρητορική προφανώς κλείνει το μάτι, όχι στους φασίστες, αλλά στο ανταγωνιστικό κίνημα, το οποίο θα αποτελέσει κεντρικά στο μέλλον το άκρο που επιζητά την αποσταθεροποίηση της Δημοκρατίας, δημιουργεί χάος και αναταραχή. Αυτό το έδαφος προετοιμάζεται εδώ και αρκετό καιρό με μια διευρυμένη αρθρογραφία γύρω από τη Δημοκρατία της Βαϊμάρης σε σημείο που να έχει ενσωματωθεί και στον κυρίαρχο λόγο (αναφορές Σαμαρά). Μιλάμε για την ανάπτυξη των θεωρίας των άκρων η οποία βάζει στο κέντρο τη Δημοκρατία, το Καθεστώς, το οποίο επιχειρούν να διαλύσουν οι δυνάμεις του χάους: η ακροδεξιά και η ακροαριστερά. Ο λόγος περί Βαϊμάρης προφανώς και δεν θέλει να επισημάνει τον κίνδυνο του ναζισμού, αλλά τον κίνδυνο αφενός μιας σοσιαλδημοκρατικής κυβέρνησης που ακροβατεί και αφετέρου αυτόν της ανάπτυξης ριζοσπαστικών αντικαπιταλιστικών κινημάτων.
Έτσι σε ένα δεύτερο επίπεδο, και μιλώντας προφανώς για τη Δεξιά, εκτιμούμε ότι, τουλάχιστον προς το παρόν, δεν θα επιδιώξουν να συνεργαστούν με τη ΧΑ. Πριν τις εκλογές, αλλά ακόμη περισσότερο μετά, κόμματα και media προσπαθούσαν πανικόβλητα να καταγγείλουν “τις ακραίες τάσεις εκφασισμού της κοινωνίας και την άνοδο των ναζί”. Προφανώς  εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με αντιφασιστικό αγώνα, αλλά με έναν αντι-χρυσαυγίτικο “αγώνα”. Το ότι δεν είναι αντιφασιστικός φαίνεται κραυγαλέα από τις τάσεις εκφασισμού του κράτους ιδιαίτερα στο ζήτημα των μεταναστών και ακόμη πιο κραυγαλέα στην καθαρά ναζιστική προπαγάνδα γύρω από το ζήτημα των οροθετικών γυναικών, για να αναφέρουμε μόνο τα πιο πρόσφατα παραδείγματα και χωρίς να επεκταθούμε περαιτέρω. Απ’ την άλλη τα αστικά κόμματα γνωρίζουν ότι η Χρυσή Αυγή θα προσπαθήσει να ελέγξει κομμάτια του σκληρου κρατικού μηχανισμού που έχουν τεράστια σημασία για το καθεστώς. Θεσμοί όπως η αστυνομία και ο στρατός, αλλά και κομμάτια του παρακράτους. Επομένως αυτό που θέλουν να αποφύγουν τα αστικά κόμματα είναι να αρχίζουν να χάνουν σε επίπεδο ελέγχου κομμάτια του κρατικού μηχανισμού. Αυτός είναι ένας από τους κύριους λόγους της αντι-χρυσαυγίτικης εκστρατείας.
Αυτό το οποίο θα συμβαίνει πλέον με μεγαλύτερη ένταση -αφού ήδη γίνεται- είναι η όλο και μεγαλύτερη ενσωμάτωση του φασιστικού και ρατσστικού λόγου και της πρακτικής του στις κρατικές δομές. Κι αυτό δεν θα γίνει όπως λέει η Αριστερά για ψηφοθηρικούς λόγους (για να αποσπαστούν εκ νέου ψηφοφόροι της ΧΑ στα αστικά κόμματα), αλλά για λόγους επιβίωσης του καθεστώτος, όπως προσπαθήσαμε να περιγράψουμε παραπάνω. Σαν υπόμνηση να σημειώσουμε ότι ιστορικά στον ελλαδικό χώρο αν και υπήρξαν αμιγώς φασιστικά κινήματα είχαν σχετικά μικρή λαϊκή κινητοποίηση ακριβώς γιατί το κράτος κατάφερνε να ενσωματώνει το λόγο και τις πρακτικές τους, ενώ έτσι κι αλλιώς είχαν τα ίδια ισχυρούς δεσμούς με το κράτος και σχετικά μικρό βαθμό αυτονομίας. Πράγμα που ισχύει και για τη Χρυσή Αυγή, το οποίο όμως μένει να το δούμε καθώς ιστορικές νομοτέλειες δεν υπάρχουν.
Τα ζητήματα που μένουν ανοιχτά σε σχέση με τη Χρυσή Αυγή είναι αφενός το αν θα καταφέρει να αποκτήσει κοινωνικά ερείσματα και αφετέρου ποια θα είναι η στάση τμημάτων του κεφαλαίου απέναντι της. Αν δηλαδή θα αποσύρουν ή όχι τη στήριξή τους στα παραδοιακά αστικά κόμματα εξουσίας. Ας μην ξεχνάμε πως ο ναζισμός στη Γερμανία και ο φασισμός στην Ιταλία του Μεσοπολέμου, δεν αναπτύχθηκαν και “κατέλαβαν” την εξουσία μόνο επειδή συγκρότησαν μια ευρύτερη κοινωνική βάση, αλλά κυρίως επειδή ευρύτερα τμήματα του μεγάλου κεφαλαίου τα χρηματοδότησαν και τα στήριξαν βρίσκοντας σε αυτά μια διέξοδο τόσο για τη σταθερότητα του πολιτικού συστήματος κρατικής διαχείρισης, όσο και για τα οικονομικά τους συμφέροντα.
Βλάσσης
από παγκρήτια εφημερίδα δρόμου Άπατρις